Η αντιπαράθεση κομματικού και αυτόνομου συνδικαλισμού

Standard

ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ &
ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ,
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

Τριάντα Χρόνια Δημοκρατία
Το Πολιτικό Σύστημα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, 1974-2004

Πέμπτη 20, Παρασκευή 21 & Σάββατο 22 Μαΐου 2004

Θεματική ενότητα:
«Ομάδες συμφερόντων, κοινωνικές οργανώσεις και πολιτική διαδικασία»

Η αντιπαράθεση κομματικού και αυτόνομου συνδικαλισμού
στο χώρο των τραπεζών κατά τη διάρκεια
της
Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, 1974-2000

Αθανάσιος Τσακίρης
Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παρούσα εισήγηση αποσκοπεί στην ανάδειξη του ζητήματος των σχέσεων των πολιτικών κομμάτων και του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων με ιδιαίτερη αναφορά στο κίνημα των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου και της εμπέδωσης του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (1974-2004). Η διερεύνηση αυτής της σχέσης θα φέρει στο φως μια από τις κρισιμότερες δημόσιες διαμάχες που έλαβαν χώρα (και με τον ένα ή τον άλλο βαθμό συνεχίζεται στις ημέρες μας) μεταξύ των υποστηρικτών της αυτόνομης κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης και παρέμβασης του συνδικαλιστικού κινήματος από τη μια και των υποστηρικτών της υπαγωγής της δράσης των συνδικάτων στις -ουδέποτε ομολογούμενες φανερά- ανάγκες των πολιτικών κομμάτων και των στρατηγικών τους για την άνοδο στην πολιτική εξουσία (ή τουλάχιστον για την χρήση των συνδικάτων ως μοχλών πίεσης στην κυβερνητική εξουσία).

Όσον αφορά την συζήτηση περί της μεθοδολογίας για την εξέταση του θέματος, η εισήγηση ξεκινά με την χρήση ποιοτικών μεθόδων για την ανακάλυψη των αντιλήψεων και των στάσεων των συνδικαλιστών και των εργαζομένων που είτε ακολουθούν τις συνδικαλιστικές παρατάξεις (κομματικές ή αυτόνομες-ανεξάρτητες) είτε ασκούν άμεσα ή έμμεσα κριτική σ’ αυτές χωρίς να εμπλέκονται στις μεταξύ τους διαμάχες και αντιπαραθέσεις και αρκούμενοι στην ενεργό αλλά ατομική συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες και κινητοποιήσεις. Από σκοπιάς τεχνικών θα χρησιμοποιηθούν συνεντεύξεις με ανοιχτό ερωτηματολόγιο, αναζήτηση γραπτών τεκμηρίων και πηγών πληροφόρησης (αρχεία προκηρύξεων και ανακοινώσεων, εφημερίδες του κλάδου και προηγούμενες επιστημονικές δημοσιεύσεις).

Τέλος, θα αναζητηθούν οι παράγοντες που συμβάλλουν στην επιτυχή ή ανεπιτυχή παρέμβαση της μίας ή της άλλης πλευράς με στόχο την κατάκτηση της ενδοσυνδικαλιστικής εξουσίας και την ηγεμονία στο επίπεδο της χάραξης στρατηγικής για τα συνδικάτα του συγκεκριμένου χώρου, με ιδιαίτερη αναφορά πάντοτε στο συγκεκριμένο επαγγελματικό κλάδο.

ΙΙ. ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΟΜΑΔΕΣ ΠΙΕΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η μελέτη αρθρώνεται γύρω από τις έννοιες του κόμματος και του συνδικάτου κατά κύριο λόγο χωρίς να χάνεται από την πλήρη εικόνα ο πολίτης και το κράτος. Πρόκειται, λοιπόν, για τη μελέτη της τετράπτυχης σχέσης αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτών, κοινωνικών κινημάτων, πολιτικής αντιπροσώπευσης και κράτους. Μια γενική θέση που προτείνεται είναι ότι τα κοινωνικά κινήματα συχνά δημιουργούν και προβάλλουν τα θέματα και τις ιδέες που υιοθετούν τα πολιτικά κόμματα και βαθμιαία τα θέτουν στην ημερήσια πολιτική διάταξη και στο δημόσιο διάλογο. Αυτή η σχέση, όμως, δεν είναι ούτε ευθύγραμμη ούτε μονοσήμαντη. Απεναντίας, διαμεσολαβείται από μια σειρά φανερούς και αφανείς ή λανθάνοντες παράγοντες που την προσδιορίζουν τόσο μακροπρόθεσμα όσο και συγκυριακά. Αλλ’ ας δούμε αναλυτικότερα αυτή τη σχέση και τους παράγοντες που διαμεσολαβούν και την καθορίζουν.

Ας ξεκινήσουμε από τη μία πλευρά της σχέσης, δηλαδή το πολιτικό κόμμα. Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν την πηγή, την πρωταρχική οργάνωση και τα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Εκφράζουν κοινωνικές, ταξικές και ιδεολογικές κινήσεις και διεργασίες και η ιστορική τους πορεία προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα ίδια τους τα μέλη και στελέχη που κρίνονται από την αποτελεσματικότητα της προσπάθειάς τους να ανταποκριθούν στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις και να τις επηρεάσουν. Τα πολιτικά κόμματα: α) συναρθρώνουν τη μάζα των συμφερόντων στην κοινωνία, χωρίς την οποία η πολιτική θα κυριαρχούνταν από τα ιδιαίτερα συμφέροντα˙ β) στρατολογούν και κοινωνικοποιούν μελλοντικούς πολιτικούς ηγέτες˙ γ) τα κομματικά μέλη παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην επικοινωνία μεταξύ ηγετών και ψηφοφόρων˙ δ) συμβάλλουν στη διαμόρφωση πολιτικής, εξασφαλίζοντας την εγγραφή νέων ιδεών στην πολιτική ημερήσια διάταξη˙ και, ε) κινητοποιούν τους ψηφοφόρους κατά τη διάρκεια των εκλογικών εκστρατειών. Eίναι λογικό, και πολιτικά θεμιτό, τα κομματικά μέλη και στελέχη στους διάφορους κοινωνικούς χώρους να εκφράζουν και να προωθούν τη δική τους πολιτική αντίληψη και να συνδιαμορφώνουν τη θεματική ατζέντα των διεκδικήσεων και των μεθόδων δράσης κοινωνικών οργανώσεων.

Η άλλη πλευρά της σχέσης είναι τα κοινωνικά κινήματα και στη συγκεκριμένη περίπτωση της μελέτης μας τα εργατικά συνδικάτα. Στη διεθνή βιβλιογραφία η αντιπαράθεση σχετικά με το αν τα εργατικά συνδικάτα αποτελούν ομάδες πίεσης ή κοινωνικά κινήματα είναι ιδιαίτερα έντονη.

Αναλυτικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ομάδα πίεσης (ή συμφερόντων) είναι μια οργάνωση που επιδιώκει την εκπροσώπηση των συμφερόντων συγκεκριμένων τμημάτων της κοινωνίας με σκοπό την επίδραση στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής. Οι ομάδες πίεσης διαφέρουν από τα πολιτικά κόμματα – που και αυτά ενδιαφέρονται για την άσκηση επιρροής στη διαμόρφωση της γνώμης των κρατικών αξιωματούχων και των αρμοδίων δημοσίων λειτουργών κατά τη χάραξη και εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής αλλά πρωταρχικός στόχος τους είναι η επιλογή του πολιτικού προσωπικού που θα κατακτήσει τις κορυφές της εκτελεστικής εξουσίας. Οι ομάδες πίεσης, όμως, δεν είναι σε θέση – και δεν επιθυμούν – να κατακτήσουν και να διαχειριστούν συνολικά την κυβερνητική εξουσία. Αντιθέτως, επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στο να επιδράσουν στην υλοποίηση ιδιαίτερων πολιτικών και δευτερευόντως στην επιλογή πολιτικού προσωπικού. Συμπεραίνουμε, ως εκ τούτου, ότι οι ομάδες πίεσης/συμφερόντων αναλαμβάνουν ουσιαστικά τις λειτουργίες β,γ και δ των πολιτικών κομμάτων Στις λίγες περιπτώσεις που επεμβαίνουν στην εκλογική διαδικασία (λειτουργίες α και ε) επιδιώκουν την υπερψήφιση ορισμένων υποψηφίων που υποστηρίζουν και προωθούν τις θέσεις τους. Τα τελευταία χρόνια κατεβλήθησαν προσπάθειες να υπάρξουν νέα πολιτικά κόμματα ως μετεξέλιξη ομάδων πίεσης. Η σχέση κομμάτων και ομάδων πίεσης δεν είναι πάντοτε σχέση εξωτερική. Ακόμη και στην περίπτωση που μια ομάδα πίεσης δρα ανεξάρτητα από πολιτικά κόμματα, η δράση της δεν παύει να έχει αντίκτυπο στην εσωτερική πολιτική ζωή των κομμάτων. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό πολλών ομάδων πίεσης είναι η ικανότητα προσαρμογής τους στην εξελισσόμενη κοινωνικο-πολιτική δομή. Παίρνουν υπόψη τους τις ιδιαίτερες συνθήκες του πολιτικού συστήματος στο πλαίσιο του οποίου δρουν. Ταυτόχρονα άλλες είναι σε θέση να προσαρμοστούν στις αλλαγές των θεσμικών ρυθμίσεων ενώ άλλες όχι.

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι “η πράξη της συνένωσης των εργατών είτε περιστασιακά είτε διαρκώς με σκοπούς επαγγελματικούς και πολιτικούς, αλλά στη βάση πάντοτε της εργατικής τους ιδιότητας” . Tο εργατικό κίνημα γίνεται αντιληπτό ως ένα κοινωνικό κίνημα που παρεμβαίνει σε πολλά επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, ιδεολογικό κλπ.). Το συνδικαλιστικό κίνημα ως “έννοια είδους” αποτελεί μια μερικότερη έκφραση του γενικότερου εργατικού κινήματος ως κοινωνικό κίνημα. Το κοινωνικό κίνημα «είναι μια ομάδα ανθρώπων που εμπλέκονται με τρόπο ιδεολογικά συνεπή και μη θεσμοποιημένο στην αλλαγή της τρέχουσας κατάστασης και τροχιάς της κοινωνίας».

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, κοινωνικό κίνημα, και όχι σύνολο κάποιων ομάδων πίεσης, στο βαθμό που δεν αποκλείει από τη στρατηγική του και τις τακτικές του την αλλαγή της τρέχουσας κατάστασης και τροχιάς της κοινωνίας καθώς σ’ αυτήν εντάσσεται και η ριζοσπαστική ανατροπή στην κατεύθυνση της εγκαθίδρυσης μιας κοινωνίας στην οποία η εργατική τάξη που αποτελεί την βάση του κινήματος θα πάρει στα χέρια της την πολιτική εξουσία. Αντίθετα, οι ομάδες πίεσης δεν περιλαμβάνουν στο ρεπερτόριο των στρατηγικών και τακτικών τους την εξωθεσμική οργάνωση και δράση για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας.

Πέρα από αυτές τις γενικές θεωρητικές παρατηρήσεις, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε μια περαιτέρω διερεύνηση της σχέσης κομμάτων και συνδικάτων προβαίνοντας στην διατύπωση τεσσάρων εκδοχών με βάση μελέτη των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Στην πρώτη εκδοχή κατατάσσονται οι χώρες εκείνες στις οποίες τα πολιτικά κόμματα και το κομματικό σύστημα κυριαρχούν (σενάριο «κυριαρχίας» ή «κατάληψης») πάνω στην κοινωνία, τις ομάδες συμφερόντων και τα κινήματα. Οι ομάδες και τα κινήματα, παρόλο που έχουν τυπικά και συνταγματικά σαφώς καθορισμένα και αναγνωρίσιμα όρια και συμφέροντα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παίζουν ρόλο υποβοηθητικό για την ύπαρξη, συντήρηση και δράση των πολιτικών κομμάτων. Στην περίπτωση αυτή, τα κόμματα αποτελούν σταθερές και αυτόνομες μονάδες και ισχυρά κέντρα εξουσίας και ισχύος από άποψη παραγωγής ιδεολογίας, δομικής και οργανωτικής πολυπλοκότητας, καθώς και αριθμού μελών. Η εκδοχή αυτή ενδέχεται να περιλαμβάνει την ύπαρξη αδύναμων «οικονομικών-επιχειρηματικών ελίτ» που ιεραρχούν την προώθηση των συμφερόντων τους ως υποδεέστερη έναντι των προτεραιοτήτων των πολιτικών κομμάτων στοχεύοντας στην υποστήριξή και προστασία τους. Όσον αφορά τα συνδικάτα και τις λοιπές κοινωνικές οργανώσεις, στη συγκεκριμένη σχέση «αναγνωρισμένης προστασίας» προβλέπεται μια περιορισμένη αυτονομία για τα συνδικάτα που, όμως, πρέπει να στηρίζονται στα κόμματα για την εξασφάλιση των όρων ύπαρξής τους, την οργανωτική διάρθρωσή τους και για να μπορούν να διατυπώνουν τα αιτήματά τους (κατάσταση «καθοριστικής κυριαρχίας του κόμματος»).

Η δεύτερη εκδοχή περιλαμβάνει την περίπτωση κοινωνιών όπου «το κόμμα και οι ομάδες αλληλοενισχύονται στις αντίστοιχες σφαίρες δραστηριότητές τους». Πρόκειται για την εκδοχή της συμβίωσης. Η εκδοχή αυτή περιλαμβάνει την κλασική σοσιαλδημοκρατία αλλά και τα πολιτικά κόμματα του χώρου των Καθολικών, όσον αφορά τις σχέσεις των αντιστοίχων πολιτικών σχηματισμών με τα συνδικάτα και τις λοιπές οργανώσεις και κοινωνικά κινήματα. Η συμβίωση χαρακτηρίζεται από ιδεολογική ταυτότητα, στρατολόγηση μελών από τα οικεία πολιτισμικά περιβάλλοντα, αμοιβαία ανταλλαγή πολιτικού και συνδικαλιστικού προσωπικού (οι συνδικαλιστές γίνονται πολιτικοί ηγέτες και, ενδεχομένως, αντίστροφα), αμοιβαία βοήθεια στις διάφορες δραστηριότητες και μορφές συμμετοχής (ακτιβιστές και μεσαία συνδικαλιστικά στελέχη που στρατεύονται στις προεκλογικές εκστρατείες˙ επίσης τα κομματικά στελέχη και οι ακτιβιστές των κομμάτων συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις, π.χ. διαδηλώσεις, απεργίες, καταλήψεις κλπ).

Στην τρίτη εκδοχή της ουδετερότητας δεν προβλέπεται καμία τέτοιου τύπου σαφής και πάγια εξάρτηση των πολιτικών κομμάτων και των ομάδων συμφερόντων και αντίστροφα. Οι ομάδες συμφερόντων είναι λίγο ως πολύ οργανωμένες και πολιτικώς δραστήριες˙ διαθέτουν τις δικές τους οικονομικές και κοινωνικές βάσεις και δικούς τους πόρους. Τα πολιτικά κόμματα από τη δική τους πλευρά, διατηρούν τις δικές τους αυτόνομες βάσεις εξουσίας και ισχύος˙έχουν τον έλεγχο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, δηλαδή μπορούν να αξιοποιούν τις ευκαιρίες που προβλέπουν οι κανόνες των δημοκρατικών πολιτικών καθεστώτων για τις λεγόμενες «πολιτικές ελίτ» καθώς και τα χαρακτηριστικά του κομματικού συστήματος. Συνεπώς, τα κόμματα παίζουν το ρόλο του «θυροφύλακα» και οι ομάδες συμφερόντων έχουν εξωτερικό ως προς το πολιτικό σύστημα χαρακτήρα. Για την προώθηση των συμφερόντων τους οι ομάδες και τα κινήματα απευθύνονται στα κόμματα αλλά διατηρούν την ανεξαρτησία και αυτονομία τους απέναντι σ’ αυτά. Στην εκδοχή αυτή οι ομάδες και τα κινήματα ασκούν πίεση σε περισσότερα του ενός κόμματα χωρίς να εδραιώνουν προνομιακές σχέσεις με κάποιο ή κάποια απ’ αυτά, παρά μόνο για συγκεκριμένα θέματα και για μικρής διάρκειας χρονικά διαστήματα.

Στην τέταρτη εκδοχή της άμεσης, αδιαμεσολάβητης πρόσβασης, τα πολιτικά κόμματα παρακάμπτονται στην πράξη από τις ομάδες και δεν αποτελούν ιδιαίτερους μηχανισμούς αντιπροσώπευσης και διαμεσολάβησης. Ομάδες συμφερόντων και «επιχειρηματικές ελίτ» μέσω των προσωπικών επαφών με τα μέλη των κοινοβουλίων των κυβερνήσεων και των γραφειοκρατικών και άλλων διαδικασιών λήψης αποφάσεων. Τα πολιτικά κόμματα, ως βάσεις και πόροι εξουσίας και ισχύος, είναι πολύ αδύναμα και δεν παίζουν ρόλο «θυροφύλακα» του πολιτικού συστήματος.

Αυτές οι εκδοχές είναι περισσότερο ιδεότυποι για την μελέτη του προβλήματος της σχέσης κομματικών συστημάτων και κοινωνικών ομάδων και κινημάτων. Στην πραγματικότητα, και ιδιαίτερα για τα συνδικάτα που μας αφορούν, η σχέση του κομματικού οργανισμού με τα συνδικάτα παίρνει πολλές μορφές ανάλογα με το κομματικό σύστημα, την κοινωνική δομή, τις οικονομικές συγκυρίες, την πολιτική κουλτούρα και την ιστορία της κάθε χώρας. Ιστορικά τα σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα διαθέτουν τις στενότερες πολιτικές σχέσεις με τα εργατικά συνδικάτα. Η ίδρυση του Εργατικού Κόμματος του Η.Β. είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στενής σχέσης. Το θέμα, όμως, δεν είναι τόσο να τονίσουμε τη στενή σχέση συνδικάτων – κομμάτων αλλά την συνάφεια αυτής της σχέσης με τις εκδοχές που προαναφέραμε και να ανακαλύψουμε τους τρόπους με τους οποίους είτε αλλάζουν είτε παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ίδιες αυτές οι εκδοχές σε μια δοσμένη ιστορική κοινωνία, και ιδιαίτερα στην περίπτωση των τραπεζών στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Τα συνδικάτα, ανεξαρτήτως πολιτικού καθεστώτος, είναι διφορούμενα από άποψη χαρακτήρα. Από τη μια πλευρά είναι, επίσημα ή ανεπίσημα, φορείς συγκρουσιακοί, -σε ανοιχτή ή σε λανθάνουσα κατάσταση- και από την άλλη είναι οργανώσεις που κατέχουν μια συγκεκριμένη θεσμική θέση στο συγκεκριμένο οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Ενώ από τη μια αμφισβητούν το σύστημα από την άλλα oργανώνουν τη συναίνεση και ενσωματώνουν το κίνημα των εργαζομένων στο σύστημα αυτό. Η συγκεκριμένη κάθε φορά λειτουργία των συνδικάτων προσδιορίζεται τόσο από το θεσμικό πλαίσιο του πολιτικού και οικονομικού συστήματος όσο και από τη συγκυρία και τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και αντιλήψεων. Η σχέση των εργατικών συνδικαλιστικών κινημάτων με τα πολιτικά κόμματα και το πολιτικό σύστημα γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη όσο προβαίνουμε στην ιστορική και συγκριτική ανάλυση των διαφόρων μορφών των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων. Ανάμεσα στους κύριους παράγοντες που διαφοροποιούν τους τύπους της πολιτικής αυτής σχέσης είναι:
• Η εργατική αφοσίωση (allegiance), δηλαδή το κατά πόσο οι ηγεσίες των συνδικάτων καταφέρνουν να κερδίζουν την εμπιστοσύνη των εργαζομένων
• Οι οργανωτικοί δεσμοί, δηλαδή το κατά πόσο γίνονται στενοί οι μέσω εθνικών δικτύων δεσμοί των συνδικάτων μεταξύ τους καθώς και με άλλες κοινωνικές οργανώσεις όπως τα κόμματα και σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, οι συνεταιρισμοί, οι εκκλησίες και οι πολιτιστικές λέσχες
• Η διείσδυση στο επίπεδο της επιχειρησιακής μονάδας, δηλαδή το κατά πόσο καθιερώνεται το συνδικάτο με την παρουσία του στο εσωτερικό των επιχειρήσεων κατοχυρώνοντας για τον εαυτό του το ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στους εργαζόμενους και στην εργοδοσία για το σύνολο των εργασιακών διαφορών
• Η κρατική αναγνώριση, δηλαδή το κατά πόσο τα συνδικάτα κατακτούν, σιωπηρά ή ρητά, το δικαίωμα εκπροσώπησης των εργαζομένων σε εθνικό επίπεδο για να διαπραγματεύονται με την κυβέρνηση ή τα νομοθετικά σώματα για τα θέματα που απασχολούν τα μέλη τους.

Η βιβλιογραφική έρευνα εντοπίζει διαφορετικούς τύπους σχέσεων που προσδιορίζονται από συγκεκριμένους ιστορικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες διαφοροποίησης. Οι τύποι αυτοί είναι: ο σοσιαλδημοκρατικός, ο ανταγωνιστικός, ο τύπος της ομάδας πίεσης, ο τύπος του κρατικού συνδικαλισμού και ο μετωπικός.

Στο σοσιαλδημοκρατικό τύπο εντάσσονται οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες τα εργατικά συνδικάτα είναι σε γενικές γραμμές ισχυρά, αντιπροσωπευτικά, έχουν μεγάλο βαθμό διείσδυσης στο σύνολο των εργαζομένων και σε επίπεδο επιχείρησης και δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες ανταγωνιστικές πιέσεις από ιδεολογικά αντίπαλες συνδικαλιστικές ομάδες, παρά μόνο σε περιπτώσεις όπως του Βελγίου όπου υπάρχει διαίρεση με βάση τις θρησκευτικές και εθνοτικές διαφορές. Στον τύπο αυτό τα εργατικά συνδικάτα συνδέονται στενά με το σοσιαλιστικό ή εργατικό κόμμα (στη Βρετανία το Εργατικό Κόμμα ιδρύθηκε από τα συνδικάτα) και αποτελούν, φυσικά, τη μεγαλύτερη δεξαμενή ψηφοφόρων του. Ως αποτέλεσμα της σχέσης αυτής καθιερώθηκαν παράλληλα με τους θεσμικούς μηχανισμούς του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και τα κορπορατιστικά σώματα συλλογικής και τριμερούς διαπραγμάτευσης. Ο σοσιαλδημοκρατικός τύπος αντιστοιχεί λίγο ως πολύ στην εκδοχή της συμβίωσης που προαναφέραμε.

Στην περίπτωση του τύπου των συνδικάτων ως ομάδων πίεσης, τα συνδικάτα δεν συνέβαλαν στη δημιουργία νέων κομμάτων αλλά είτε προσκολλήθηκαν σε μια εκλογική συμμαχία με προϋπάρχοντα κόμματα εκμεταλλευόμενα τη χαλαρή διάρθρωσή τους (π.χ. Δημοκρατικό Κόμμα Η.Π.Α.) είτε χρησιμοποιούσαν τη δύναμή τους για να πετυχαίνουν ιδιαίτερα οφέλη μέσα στον ίδιο το χώρο εργασίας. Στο συγκεκριμένο τύπο τα συνδικάτα αντάλλαξαν το δικαίωμα συλλογικής εκπροσώπησης και διαπραγμάτευσης με την αφοσίωση στις αρχές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής περιοριζόμενα σε υποτυπώδη ελεγκτική δραστηριότητα. Μια παραλλαγή αυτού του τύπου είναι η εκδοχή της ουδετερότητας.

Στην περίπτωση του ανταγωνιστικού τύπου, τα συνδικάτα είναι διαιρεμένα με βάση τις κομματικές ή ιδεολογικές διαφορές και στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ισχυρή υποστήριξη προς τα κομμουνιστικά κόμματα. Η συνηθισμένη ιστορική πορεία των περιπτώσεων του τύπου αυτού είναι αυτή της όψιμης αναγνώρισης των συνδικάτων από τους εργοδότες μετά από πολιτικές κρατικές πιέσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις που έλαβαν χώρα κυρίως κατά τη διακυβέρνηση από αριστερές πολιτικές δυνάμεις και συμμαχίες. Η πολιτικοποίηση των αιτημάτων των εργαζομένων οδήγησε μεγάλη μερίδα τους σε ριζοσπαστικότερες κατευθύνσεις. Πρόκειται για μια μορφή κυριαρχίας των κομμάτων επί των συνδικάτων στην οποία, όμως, υπάρχουν πολλά περιθώρια αυτόνομης δράσης και ενωτικών συντονισμένων κινητοποιήσεων των συνδικάτων. Xαρακτηριστικά παραδείγματα αυτά της Γαλλίας, όπου παράλληλα με τις κομματικές συνομοσπονδίες λειτουργούν αυτόνομες συνομοσπονδίες όπως η Ομάδα των 12, η Sud κ.α., και της Ιταλίας, όπου παράλληλα με τις συνομοσπονδίες των πρώην Κομμουνιστών, των Χριστιανοδημοκρατών και των πρώην Σοσιαλιστών/Ρεπουμπλικανών συνυπήρξαν και συνεχίζουν να κινητοποιούνται μαζικά πλέον οι Επιτροπές Βάσης (COBAS). Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα συντονισμού ήταν οι εξεγέρσεις των εργαζομένων στη Γαλλία του 1995 και οι απεργίες ενάντια στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος στην Ιταλία και στη Γαλλία.

Στην περίπτωση του κρατικού συνδικαλισμού το συνδικάτο έχει μια σχέση υποταγής με το κόμμα του κράτους περιοριζόμενο σε εσωτερική κριτική και διαπραγμάτευση στην καλύτερη περίπτωση, ειδάλλως αποτελεί το βραχίονα του κράτους. Πρόκειται για την πιο συνηθισμένη μορφή απόλυτης κυριαρχίας του κόμματος επί του συνδικάτου.

Τέλος στις περιπτώσεις του μετωπικού συνδικαλισμού έχουμε να κάνουμε με μονοκομματικά ή ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου τα συνδικάτα παίζουν ανοιχτά το ρόλο του ιδεολογικού μετώπου στήριξης του καθεστώτος. Η απαγόρευση της ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης οδηγεί στην καλυμμένη σύγκρουση στο εσωτερικό των μηχανισμών και στις «επαναστατικές» ανατροπές (π.χ. πτώση καθεστώτων Ανατολικής Ευρώπης με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό των Ρουμάνων ανθρακωρύχων).

III. ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ: ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΣ Ή ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ

Ο ορισμός της αυτονομίας είναι σχετικά απλός. Αυτονομία σημαίνει «λήψη αποφάσεων για συνδικαλιστικά θέματα και γενικότερα θέματα μέσω εσωτερικών διαδικασιών.» Η έννοια αυτή συνδέεται στενά με αυτή της ανεξαρτησίας, κυρίως από κράτος και εργοδότες.

Οξύτατες υπήρξαν ιστορικά, σε διεθνές αλλά και εθνικό επίπεδο, οι διαμάχες και συγκρούσεις σχετικά με την ανεξαρτησία και την αυτονομία των συνδικάτων. Οι ελληνικές κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις αποτελούν μοναδικό ιστορικό φαινόμενο. Από τη μια δεν αποτελούν τυπικά οργανώσεις εκπροσώπησης συλλογικών συμφερόντων, όπως είναι τα συνδικάτα που είναι τα μοναδικά αρμόδια σώματα για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας, από την άλλη, όμως, ως άτυπες συνομαδώσεις παίζουν σημαντικότατο ρόλο στα συνδικαλιστικά πράγματα αποτελώντας ιμάντες μεταβίβασης της πολιτικής γραμμής των κομμάτων στα συνδικάτα επηρεάζοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι γενικά οι παρατάξεις αποτελούν ελληνικό φαινόμενο ούτε ότι μόνο στην Ελλάδα τα κόμματα παρεμβαίνουν στο συνδικαλιστικό γίγνεσθαι. Παραδείγματος χάριν, στις ΗΠΑ οι παρατάξεις παίζουν σημαντικό ρόλο αλλά δημιουργούνται με βάση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι σε συγκεκριμένα συνδικάτα. Επίσης ένα από τα πιο ακραία παραδείγματα άμεσης και αδιαμεσολάβητης υποκατάστασης του συνδικαλιστικού κινήματος από τα κόμματα υπήρξε αυτό των Παλαιστινιακών συνδικάτων.

Επανερχόμενοι στην ελληνική περίπτωση, θα τονίσουμε ότι η ύπαρξη και κατίσχυση των παρατάξεων γενικά αλλά και των κομματικών παρατάξεων ειδικά ενισχύεται από την σωματειακή μορφή της οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην ελληνική συνδικαλιστική και πολιτική ιστορία, η σωματειακή μορφή χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα (ή κυβερνητικό συνασπισμό) για την άλωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και την κάθετη ενσωμάτωσή τους στο κράτος και την κρατική πολιτική. Ειδικός ήταν και είναι ο ρόλος της κρατικής χρηματοδότησης των συνδικάτων στην εξάρτησή τους από το κράτος, που, εκτός των άλλων, δημιουργούσε εύφορο έδαφος για διασπάσεις συνδικαλιστικών οργανώσεων και συγκρότηση νέων παρατάξεων με στόχο την αποκόμιση και οικονομικών ωφελειών (π.χ. επικουρικές συντάξεις συνταξιοδοτικών στελεχών κλπ.). Ο κατακερματισμός των ελληνικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είναι αποτέλεσμα των ειδικών συνθηκών της ιστορικής ανάπτυξης της οικονομίας (μικρό μέγεθος εκμεταλλεύσεων, κατίσχυση των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανίας κ.ο.κ.) εντάθηκε με την συνεχή πολυδιάσπαση λόγω της κυριαρχίας του παραταξιακού συστήματος.

Η προδικτατορική περίοδος χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη συνδικαλιστικών παρατάξεων που είτε αναφέρονταν στο κράτος και ελέγχονταν από τον υπουργό Εργασίας (χαρακτηριστική η περίπτωση ενός ολόκληρου συνδικαλιστικού αστερισμού που συγκροτήθηκε υπό τον «υπουργό Εργασίας» της Μεταξικής Δικτατορίας) είτε αποτελούσαν χαλαρά οργανωμένες ομάδες στη βάση πελατειακών σχέσεων (συντηρητικοί και ρεφορμιστές) είτε σε μια γενική ιδεολογική βάση (σοσιαλιστές, τροτσκιστές). Συνήθως ενάντια σε όλες αυτές τις δυνάμεις ορθώνονταν οι παρατάξεις που δημιουργούσε το ΚΚΕ είτε αυτές αποτελούσαν μειοψηφία είτε πλειοψηφία (Εργατικό ΕΑΜ κατά την Κατοχή και ΕΡΓΑΣ μετά την μετακατοχική περίοδο). Οι κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις, ειδικά στην μεταπολίτευση, κυριάρχησαν στα συνδικάτα παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον παλιότερο «εργατοπατερίστικο» συνδικαλισμό που στηριζόταν περισσότερο στη σύνδεσή των παρατάξεών του με το κράτος. Έτσι, μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας, η οργανωμένη παρέμβαση των κομμάτων προσέλαβε μια εντελώς καινούργια μορφή με την συγκρότηση παρατάξεων που ασπάζονταν τους σκοπούς των κομμάτων. Η διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ απέφερε ήδη από τα χρόνια της δικτατορίες τους «πικρούς καρπούς» του διχασμού του αντιδικτατορικού κινήματος και της δημιουργίας ξεχωριστών συνδικαλιστικών παρατάξεων. Με το ΚΚΕ εσωτερικού συντάχθηκε το ΑΕΜ (Αντιδικτατορικό Εργατικό Μέτωπο) και με το εναπομείναν ΚΚΕ η ΕΣΑΚ (Ενιαία Συνδικαλιστική Αντιδικτατορική Κίνηση). Μην μπορώντας να συνεργαστούν ούτε με την ΕΣΑΚ ούτε με το ΑΕΜ στο επίπεδο της κεντρικής συνδικαλιστικής σκηνής, οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ συγκρότησαν το 1975 την ΠΑΣΚΕ (Πανελλήνια Αγωνιστική Συνδικαλιστική Κίνηση). Από τη μεριά τους οι συντηρητικοί και οι κεντρογενείς συνδικαλιστές που στράφηκαν προς την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία συνέχισαν να λειτουργούν με χαλαρά οργανωμένες παρατάξεις υπό την ηγεμονία της επίσημης ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Οι συνδικαλιστές που υποστήριξαν τις δικτατορικές «κυβερνήσεις» υιοθέτησαν, το 1976, την τακτική της προσκόλλησης στις συντηρητικές συνδικαλιστικές παρατάξεις, αφού σε μια πρώτη φάση συγκρότησαν την ΕΔΕΚ (Ελεύθερη Δημοκρατική Εργατική Κίνηση). Αυτή η συμμαχία διατήρησε τον έλεγχο της κεντρικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ ως το 1981 οπότε με την κυβερνητική αλλαγή και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ανετράπη με δικαστική απόφαση. Στις εθνικές εκλογές της 18ης Οκτωβρίου το ΠΑΣΟΚ κατήγαγε μια συντριπτική νίκη έναντι της απερχόμενης κυβέρνησης της ΝΔ.

Αυτή η πολιτική αλλαγή επέφερε αλλαγές σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών πεδίων. Στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων καθώς και μεταξύ πολιτικών κομμάτων και συνδικάτων παρατηρήθηκαν τόσο στοιχεία τομής όσο και στοιχεία συνέχειας με το παρελθόν. Η ΠΑΣΚΕ με την χρήση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου κατάφερε να αναδειχθεί με δικαστική απόφαση ηγεμονική πλειοψηφούσα δύναμη στη ΓΣΕΕ. Η δικαστική καθαίρεση της παλιάς ηγεσίας και η ανάδειξη νέας πλειοψηφίας μόνο με το κριτήριο της ύπαρξης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην οποία επρόσκειτο η ΠΑΣΚΕ έδειξε τα όρια των όποιων αλλαγών καθώς κυριάρχησε το στοιχείο της συνέχειας με τη χρήση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου και τη διαιώνιση των αντιδημοκρατικών πρακτικών. Με τους χειρισμού αυτούς το κυβερνητικό πλέον ΠΑΣΟΚ έδειξε ότι θα χρησιμοποιούσε κάθε νόμιμο ή και ημινόμιμο μέσο για την προστασία της εφαρμογής της πολιτικής του και την τιθάσευση των συνδικάτων προτού η δυσαρέσκεια των μελών τους, ενόψει της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει μετά από τις πρώτες αυξήσεις μισθών το 1982, πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τομή με το παρελθόν υπήρξε η αναγνώριση από το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ του κινήματος των εργοστασιακών σωματείων που κινητοποιήθηκαν στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο ανεξάρτητα και αυτόνομα από τα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς. Το σύστημα των συνδικαλιστικών παρατάξεων αναγνωρίστηκε επίσημα με την ψήφιση του Ν. 1264/1982 και την καθιέρωση της απλής αναλογικής στις αρχαιρεσίες των συνδικάτων. Αν και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Νόμος 1264/1982 υπήρξε τομή σε σχέση με το παρελθόν, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι με τις μικρές αλλά αποτελεσματικές παρεμβάσεις στις επιμέρους διατάξεις αποκλείστηκαν σε μεγάλο βαθμό οι αυτόνομες ομάδες και οι ανεξάρτητοι υποψήφιοι προς όφελος των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων και την μετατροπή των συνδικάτων σε μικρογραφίες του κοινοβουλίου. Από μια εντελώς λειτουργιστική σκοπιά, το σύστημα των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων χρησίμευσε στα πολιτικά κόμματα τόσο ως επικοινωνιακός δίαυλος όσο και ως δεξαμενή άντλησης ψήφων και στρατολόγησης πολιτικού προσωπικού που δεν επρόκειτο να ξαναβρεί το δρόμο της επιστροφής του στις επαγγελματικές του καταβολές. Ο δρόμος για την κοινοβουλευτική και υπουργική καρέκλα άνοιγε μέσα από τα συνδικάτα και τις κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις.

Μεταξύ 1981 και 1985, οι απεργιακές κινητοποιήσεις ήταν μειωμένες σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Εκτός από την ψήφιση του Ν. 1264/1982 που θεωρήθηκε ως κατάκτηση, η κυβέρνηση χορήγησε αρκετά υψηλές αυξήσεις στους κατώτερους μισθούς-ημερομίσθια και συντάξεις, μειώθηκαν οι ώρες εργασίας σε 40 εβδομαδιαίως, η ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών αυξήθηκε σε 4 εβδομάδες, ταμεία επικουρικής σύνταξης δημιουργήθηκαν σε κλάδους όπου δεν υπήρχαν, θεσπίστηκε η τυπική ισότητα των δύο φύλων. Όλα αυτά τα μέτρα δημιούργησαν ένα ευνοϊκό κλίμα εκλογικής στήριξης της ΠΑΣΚΕ στα συνδικάτα, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα ποσοστά και οι έδρες της παραδοσιακής αριστεράς –ιδιαίτερα της ΕΣΑΚ- σε μια σειρά συνδικαλιστικές εκλογές που διεξήχθησαν αυτήν την περίοδο. Στο χώρο της συνδικαλιστικής δεξιάς κυριαρχούσαν ακόμη οι προσκείμενοι στην προηγούμενη ηγεσία της ΓΣΕΕ χωρίς όμως να συντονίζονται και να έχουν μια κοινή γραμμή πλεύσης. Σε επίπεδο ΓΣΕΕ και βασικών εργατικών κέντρων κυριαρχούσε γραμμή «σκληρής δεξιάς» στο πλαίσιο της «ρεβανσιστικής» πολιτικής στρατηγικής της ΝΔ υπό την προεδρία του Ευάγγελου Αβέρωφ. Η πολωτική αυτή αντιπαράθεση ενίσχυε στη φάση εκείνη την ΠΑΣΚΕ με εργαζόμενους που παλιότερα ψήφιζαν τις παρατάξεις της αριστεράς. Ακόμη, το πολιτικό μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που υποστήριζε το ΚΚΕ σε συνδυασμό με την καταστολή της Πολωνικής Αλληλεγγύης και την επιβολή στρατιωτικού νόμου στην χώρα-καρδιά του Συμφώνου της Βαρσοβίας γινόταν ολοένα και λιγότερο αποδεκτό από τη βάση του, σπρώχνοντας τους ψηφοφόρους του στην κάλπη της ΠΑΣΚΕ αλλά και των αυτόνομων συσπειρώσεων που επαγγέλονταν μια δημοκρατική και αυτοδιαχειριστική εκδοχή σοσιαλισμού. Επιπλέον, συγκεκριμένα οργανωτικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του ΚΚΕ, όπως η μη δημοκρατική γραφειοκρατική δομή του, οι αντιφάσεις της στρατηγικής του και της τακτικής του απέναντι στο κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ (σύγκρουση στην αρχή, «μορατόριουμ» στην ηγεσία της ΓΣΕΕ μετά το 23ο Συνέδριο της συνομοσπονδίας) προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερες διαρροές συνδικαλιστών που δεν συμφωνούσαν με την κάθετη επιβολή της κομματικής γραμμής και χειραγώγηση του συνδικαλιστικού χώρου από την ΕΣΑΚ.

Ειδικά στο χώρο των τραπεζών, όπου η συγκλονιστική απεργία των 42 ημερών το 1982 για την καθιέρωση του ενιαίου μισθολογίου και την απόκρουση του κυβερνητικού αυταρχισμού απέναντι στην ΟΤΟΕ κατέδειξε τα όρια χειρισμών της ΠΑΣΚΕ όσον αφορά τη στάση της σε σχέση με την κυβερνητική πολιτική, η ΕΣΑΚ, παρά την αγωνιστική στάση και κινητοποίηση των στελεχών της, δεν κατάφερε να γλιτώσει από τις συνέπειες της κεντρικής στρατηγικής και τακτικής του ΚΚΕ. Σε μια σειρά από συλλόγους έχασε μικρό ή/και μεγάλο μέρος της προηγούμενης εκλογικής δύναμής της. Από την πτώση της ΕΣΑΚ επωφελήθηκαν και οι δεξιές παρατάξεις, ειδικά το 1983, όταν από περιθωριακές δυνάμεις που δεν συγκέντρωναν πάνω από 20% (π.χ. Εμπορική Τράπεζα, όπου η ΕΣΑΚ μεταξύ 1977-1983 ήταν πρώτη δύναμη με ποσοστά γύρω στο 40%) βρέθηκαν να απειλούν την πρωτοκαθεδρία της ΠΑΣΚΕ. Το 1985 οργανώθηκε η συνδικαλιστική δεξιά «εις παράταξιν μίαν». Η Δημοκρατική Ανεξάρτητη Κίνηση Εργαζομένων (ΔΑΚΕ) συγκροτήθηκε ως ενιαία παράταξη δανειζόμενη οργανωτικές δομές, συνθήματα και αιτήματα από την παραδοσιακή αριστερά διατηρώντας παράλληλα ορισμένα συντεχνιακά χαρακτηριστικά (π.χ. υπεράσπιση του συστήματος πρόσληψης παιδιών υπαλλήλων-συνήθως σε ποσοστό 10% επί του συνολικού αριθμού των νεοπροσλαμβανομένων). Ως συνέπεια, το εκλογικό σώμα που ακολουθούσε τις παρατάξεις ΔΑΚΕ και ΠΑΣΚΕ μεγεθύνθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό ώστε να παρακολουθεί τις εκλογικές διακυμάνσεις των μητρικών κομμάτων. Όπως τονίσαμε παραπάνω η ΠΑΣΚΕ αύξανε τις δυνάμεις της (κυρίως σε βάρος της παραδοσιακής συνδικαλιστικής αριστεράς) παρ’ ότι έπαιζε συχνά ανοιχτό απεργοσπαστικό ρόλο («αγωνιστική απεργοσπασία») ανοίγοντας το δρόμο για την διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος και την χρήση απεργοσπαστικών μηχανισμών από τις επόμενες κυβερνήσεις, ακόμη και παρ’ ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προώθησε μορφές περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής (ετεροχρονισμός ΑΤΑ με Προεδρικό Διάταγμα το 1993, άρθρο 4 του Ν. 1365/1983 περί κοινωνικοποιήσεων με το οποίο δινόταν δικαίωμα σε μικρές ομάδες διαφωνούντων να σταματούν τις απεργίες στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα και τις τράπεζες).

Την ίδια περίοδο ξεκίνησαν οι περιβόητες «κοινωνικοποιήσεις» των δημοσίων επιχειρήσεων ΟΤΕ-ΔΕΗ-ΕΥΔΑΠ και αναμενόταν η έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων για την κοινωνικοποίηση των τραπεζών του δημοσίου τομέα. Τα τελευταία δεν εκδόθηκαν ποτέ. Η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων ήταν μειοψηφική. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονταν με παραταξιακά ψηφοδέλτια μεταφέροντας στις συνεδριάσεις των ΑΣΚΕ (γενικές συνελεύσεις αντιπροσώπων των κοινωνικών φορέων) των κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων την κομματική γραμμή των παρατάξεών τους και όχι των εργαζομένων που εκπροσωπούσαν.

Μετά τις εθνικές κοινοβουλευτικές εκλογές του 1985 που σηματοδοτήθηκαν από την πιο έντονη από ποτέ πόλωση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και την αρχή του τέλους του σοσιαλδημοκρατικού πειράματος «ελληνικού τύπου» ακολούθησε η επιβολή από τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του μονεταριστικού προγράμματος για τη «σταθεροποίηση της οικονομίας». Η τοποθέτηση του Κ. Σημίτη στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και η επίκληση γενικώς των διεθνών και εγχώριων οικονομικών προβλημάτων σε συνδυασμό με την εφαρμογή μέτρων λιτότητας σήμανε την απαρχή μιας στροφής προς τις νέες τάσεις του οικονομικού φιλελευθερισμού. Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στελεχών, μελών και ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η αντίδραση όμως δεν έμεινε εντός των οργανωτικών δομών του ΠΑΣΟΚ αλλά βγήκε προς τα έξω με τη δημόσια διαφωνία 7 μελών της ΠΑΣΚΕ στη Διοίκηση της ΓΣΕΕ τον Οκτώβριο του 1985. Ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και το εκτελεστικό του γραφείο αποφάσισαν τη διαγραφή των 7 διαφωνούντων. Οι διαφωνούντες αρχικά συντάχθηκαν με την συνδικαλιστική αντιπολίτευση, ανέτρεψαν την νομιμόφρονα ΠΑΣΚΕ από το προεδρείο της ΓΣΕΕ και προκήρυξαν απεργιακές κινητοποιήσεις εναντίον της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία απαγορεύονταν οι αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων πέραν της κυβερνητικής εισοδηματικής πολιτικής. Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν η δικαστική παρέμβαση για την ανατροπή της πλειοψηφούσας συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης από τη Διοίκηση της ΓΣΕΕ και η αντικατάστασή της από νέα στην οποία πλειοψηφούσε το «νομιμόφρον» τμήμα της ΠΑΣΚΕ.

Η σύγκρουση γρήγορα μεταφέρθηκε στους επί μέρους μαζικούς χώρους και, στην περίπτωσή μας, στις τράπεζες. Η αρχή έγινε το Δεκέμβριο του 1985 στην Εμπορική Τράπεζα, όπου συγκρούστηκαν οι διαγραφέντες που σχημάτισαν ψηφοδέλτιο διατηρώντας τον τίτλο ΔΗΣΚ και οι νομιμόφρονες που χρησιμοποίησαν τον τίτλο της ΠΑΣΚΕ. Η μάχη ήταν σκληρή καθώς οι χθεσινοί σύντροφοι έγιναν εν μία νυκτί αντίπαλοι. Οι διαγραφέντες επικράτησαν και ο Σύλλογος για τα επόμενα χρόνια θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των απεργιακών και άλλων εργατικών κινητοποιήσεων για την ανατροπή της κυβερνητικής εισοδηματικής πολιτικής. Στην Εθνική Τράπεζα, οι νομιμόφρονες επικράτησαν των διαγραμμένων χωρίς δυσκολία επειδή όσοι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της ΠΑΣΚΕ έκαναν το μεγάλο βήμα μοιράστηκαν στις άλλες παρατάξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή της Ιονικής, οι διαφωνούντες παρέμειναν στην ΠΑΣΚΕ.
Μετά από μερικούς μήνες, οι διαγραμμένοι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ συγκρότησαν πανελλήνιας εμβέλειας πολιτικό-συνδικαλιστική παράταξη (Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατοϋπαλληλική Κίνηση-ΣΣΕΚ). Αναζητώντας μια τρίτη λύση απέναντι στην σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση που είχε πάρει το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ και τη σταλινική αριστερά, και έχοντας απορρίψει το ευρωκομμουνιστικό πείραμα, προτίμησαν την επιστροφή στην στρατηγική της «Διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη» του μεταπολιτευτικού ΠΑΣΟΚ.

Η μαζική αυτή έξοδος μελών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ –μαζικότερη και από την περίπτωση της Δημοκρατικής Άμυνας, των Τροτσκιστών και της ΕΜΑΣ- είχε ως επίκεντρο τον κόσμο της μισθωτής εργασίας˙ «απομυθοποίησε», ως ένα βαθμό, το ρόλο των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων στη συνείδηση πολλών εργαζομένων και έθεσε το ζήτημα της αυτονομίας του συνδικαλιστικού κινήματος με άλλους όρους από την άποψη της μαζικότητας. Ταυτόχρονα, άνοιξε νέους εκλογικούς διαδρόμους μέσω της συνεργασίας της με ομάδες και συσπειρώσεις του αυτόνομου ριζοσπαστικού χώρου. Στο συγκεκριμένο χώρο των τραπεζών, η ΣΣΕΚ συνεργάστηκε στο Σύλλογο της Εμπορικής Τράπεζας με την ΑΣΚ και την ΕΣΠ δημιουργώντας τη «Συσπείρωση Εργαζομένων» που έγινε πρότυπο συνεργασίας σε άλλους συλλόγους και σε επίπεδο Ομοσπονδίας. Προβλήθηκαν οι θέσεις και τα αιτήματα περί «άμεσης δημοκρατίας», «περιφερειακών και τοπικών γενικών συνελεύσεων», εξάλειψης της γραφειοκρατίας στα συνδικάτα», «πλήρους ισότητας των δύο φύλων σε όλα τα επίπεδα», «αυτόνομου-ταξικού-δημοκρατικού συνδικαλισμού». Αναδείχθηκαν στην ημερήσια διάταξη των συνδικάτων τα θέματα της «προστασίας του περιβάλλοντος», της «υγιεινής και ασφάλειας», της «παρέμβασης στην εισαγωγή της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής στους εργασιακούς χώρους» κ.α. Στο παθητικό της όμως καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης ως συνέπεια της μακρόχρονης παραμονής των στελεχών και μελών της στο πολυσυλλεκτικό και λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ, ο παραγοντισμός των στελεχών της, και ο καιροσκοπισμός του οποίου χαρακτηριστικότερη εκδήλωση αποτέλεσε η προσπάθεια εμφύτευσης στον Ελλαδικό χώρο του προτύπου συγκρότησης του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος (ίδρυσή του από τα συνδικάτα) που απέτυχε παταγωδώς στις εκλογές του Ιουνίου 1989 και η συνακόλουθη επιστροφή το 1992 στο ΠΑΣΟΚ μεγάλου μέρους των στελεχών της που παρέμειναν ως το τέλος. Η ΣΣΕΚ συνεργάστηκε με τις άλλες παρατάξεις της αντιπολίτευσης στις απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις για την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής της εισοδηματικής λιτότητας. Για το σκοπό αυτό συγκρότησε -από κοινού με τις άλλες παρατάξεις- τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα στην οποία συμμετείχαν οι ηγεσίες των Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων που είχαν πάρει αποφάσεις καταδικαστικές για την κυβερνητική πολιτική και την αδράνεια της διορισμένης διοίκησης της ΓΣΕΕ. Οι άλλες παρατάξεις που συμμετείχαν στη ΣΕΑ ήταν η ΕΣΑΚ και η ΔΑΚΕ όπως και οι συνδικαλιστές της «Αυτονομίας-Ανανέωσης» και του ανεξάρτητου-αυτόνομου χώρου. Η ΣΕΑ, όμως, δεν είχε καλό τέλος. Οι κομματικές αντιπαραθέσεις πάνω σε θέματα στρατηγικής και τακτικής θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί αν υπήρχε μια πολιτική κουλτούρα διαφορετική. Σε συνδυασμό με την επερχόμενη προεκλογική περίοδο του 1989, αυτή η δυσκολία συνεννόησης και χάραξης κοινής στρατηγικής και τακτικής στάθηκε μοιραία για την παραπέρα συνεργασία. Οι συνέπειές της ήταν εμφανείς στο επίπεδο των απεργιακών κινητοποιήσεων: οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του 1988 που ξέσπασαν στους χώρους των εργαζομένων στις τράπεζες και στους δημόσιους και ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς (ΟΛΜΕ-ΟΙΕΛΕ) δεν συντονίστηκαν ώστε να πετύχουν καλύτερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας από αυτές που ήταν πρόθυμη η κρατική και ιδιωτική εργοδοσία να υπογράψει χωρίς την πίεση των αγώνων. Στις απεργίες αυτές ήταν φανερή η έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων και εργατικής βάσης καθώς οι κομματικές παρατάξεις αναγκάστηκαν -κάτω από την πίεση των εργαζομένων που μάζευαν συνεχώς υπογραφές υπέρ της απεργίας διαρκείας και του έλεγχου του αγώνα από τα κάτω- να προχωρήσουν σε διεξαγωγή ανοιχτών γενικών συνελεύσεων και δημοψηφισμάτων που αποφάσιζαν για την παραπέρα πορεία των κινητοποιήσεων. Οι απεργίες όμως έληξαν με απόφαση της ΕΣΑΚ η οποία με τον κρίσιμο αριθμό ψήφων που διέθετε στα διοικητικά όργανα των ομοσπονδιών συμφώνησε με την ΠΑΣΚΕ για την υπογραφή της Σύμβασης στην ΟΤΟΕ χωρίς την εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων.

Ο ΧΩΡΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Η δύναμη της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στις τράπεζες αποτέλεσε σημαντικό μέσο για την επίτευξη του στόχου της βελτίωσης των συνθηκών και όρων εργασίας τους, κυρίως από την άποψη του ύψους των μισθολογικών αμοιβών, του χρόνου εργασίας, των ταμείων ασφάλισης (υγείας, πρόνοιας, κύριας και επικουρικής σύνταξης). Η προδικτατορική περίοδος κληροδότησε όμως στην μεταπολιτευτική συνδικαλιστική γενιά ένα σημαντικό πρόβλημα: την συντεχνιακή κουλτούρα. Αυτή η κουλτούρα για αρκετά χρόνια εμπόδιζε την ενότητα των εργαζομένων και τον συντονισμό των αγώνων με αποτέλεσμα την ύπαρξη, ακόμη και σήμερα, άλυτων προβλημάτων που επιδεινώνονται λόγω της γενικότερης οικονομικό-κοινωνικής και πολιτικής κρίσης (π.χ. ασφαλιστικό). Η ομοσπονδιακή συγκρότηση του συνδικάτου (ΟΤΟΕ) δεν στάθηκε ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επίλυση του προβλήματος της συντεχνιακής κουλτούρας.

Παρά τα προβλήματα αυτά, η ΟΤΟΕ με τη δράση της, μέσω του μηχανισμού της, συνέβαλε στη δημιουργία νέων συλλόγων εργαζομένων σε πολλές ιδιωτικές και ξένες τράπεζες στην Ελλάδα. Στήριξε, επίσης, τους αγώνες των νέων συλλόγων που είχαν ως αποτέλεσμα την επίτευξη της υπογραφής τοπικών επιχειρηματικών συμβάσεων που βελτίωναν τους όρους εργασίας και κατοχύρωναν τους εργαζόμενους απέναντι στις αυθαιρεσίες, ιδιαίτερα των διοικήσεων των ξένων τραπεζών και ειδικά στις περιπτώσεις των απολύσεων όταν μια τράπεζα έπαυε τις εργασίες της στη χώρα μας. Η μαζική αγωνιστική κινητοποίηση των εργαζομένων στις τράπεζες κατά τη δεκαετία του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε ως αποτέλεσμα την κατοχύρωση μιας σειράς αιτημάτων που αποτέλεσαν πρότυπα διεκδικήσεων για άλλους κλάδους: πενθήμερο, μισθολογική εξομοίωση με την Εθνική Τράπεζα, αναθεώρηση των οργανισμών προσωπικού και των κανονισμών εργασίας προς όφελος των εργαζομένων και θέσπισή τους όπου δεν υπήρχαν, κατοχύρωση βασικών συλλογικών συμβάσεων δια νόμου, ενιαίο μισθολόγιο.

Έτσι, το συνδικαλιστικό κίνημα των εργαζομένων στις τράπεζες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του γενικότερου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας. Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά εκείνα στοιχεία που έκαναν το συνδικαλιστικό κίνημα των εργαζομένων στις τράπεζες να έχει μια ιδιαίτερη ισχύ και αίγλη μέσα στο γενικότερο κίνημα των εργατών στη διάρκεια του αιώνα που μας πέρασε; Από τη μια το γεγονός ότι λόγω του κεντρικού ρόλου των ελληνικών τραπεζών στην οικονομική ανάπτυξη και της ιδιαίτερης γνώσης των συγκεκριμένων τραπεζικών εργασιών από τη μεριά των υπαλλήλων – που ήταν περιζήτητοι στην αγορά εργασίας – ώθησε τους εργοδότες (δημόσιο και ιδιώτες) να συμβάλουν στην ύπαρξη ενός σχετικά ρυθμισμένου συστήματος εργασιακών σχέσεων. Από την άλλη οι εργαζόμενοι των τραπεζών, συνδυάζοντας τους παραπάνω παράγοντες, κατάφεραν να δημιουργήσουν ιδιαίτερα γερά («ευγενή») ασφαλιστικά ταμεία και να τα διατηρούν σε καλή κατάσταση έως πρόσφατα. Τα στοιχεία αυτά βοήθησαν ώστε οι εργαζόμενοι των τραπεζών να νοιώθουν μια σχετική εργασιακή ασφάλεια σε σχέση με τους εργαζόμενους σε άλλους κλάδους. Έτσι οι τραπεζικοί υπάλληλοι από τη μια μπορούσαν να αντέξουν σε εργατικές συγκρούσεις και από την άλλη είχαν κίνητρο να κινητοποιούνται ώστε να υπερασπίζουν τα συμφέροντά τους. Βρέθηκαν, συνεπώς, εκ των πραγμάτων σε μια θέση εμπροσθοφυλακής στους περισσότερους εργατικούς – λαϊκούς αγώνες.

Μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος το 1974, η ΟΤΟΕ αντιμετώπισε νέες προκλήσεις και βίωσε νέα προβλήματα. Η ομοσπονδία επανέκτησε τη φήμη της που είχε εξασθενίσει λόγω της πολιτικής της δικτατορικής διακυβέρνησης της στρατιωτικής χούντας απέναντι στα εργασιακά αιτήματα και στην συνδικαλιστική οργάνωση. Επαναπροσλήφθηκαν στις τράπεζες όσοι είχαν απολυθεί και εξοριστεί από το δικτατορικό καθεστώς και προσέφεραν την εμπειρία τους στη νέα δημοκρατική ομοσπονδία. Νέοι συνδικαλιστές αναδύθηκαν στην ηγεσία της ΟΤΟΕ και των συλλόγων που μπορεί να είχαν λιγότερες εμπειρίες από τους παλιότερους αλλά χάρη στην ένταξή τους στις αντιδικτατορικές οργανώσεις κυρίως του ΠΑΚ και της Αριστεράς ή στο ΠΑΣΟΚ και τα λοιπά κόμματα μετά το 1974 απέκτησαν δεξιότητες στην πολιτική επικοινωνία καλύπτοντας το κενό της συνδικαλιστικής εμπειρίας. Μεταξύ των νέων συνδικαλιστών που αναδείχθηκαν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ξεχώρισαν οι συνδεόμενοι με το ΠΑΣΟΚ που έφτιαξαν την πρώτη μη παραδοσιακή αριστερή συνδικαλιστική παράταξη, την ΠΑΣΚΕ (με την επωνυμία Δημοκρατική Συνδικαλιστική Κίνηση –ΔΗΣΚ- στις περισσότερες τράπεζες). Παράλληλα, οργανώνονταν και οι παρατάξεις της Αριστεράς που αρχικά περιλάμβαναν τους συνδικαλιστές του ΚΚΕ, του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ εσωτερικού ως και ορισμένες ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, όσο το εκλογικό σύστημα στους συλλόγους παρέμενε πλειοψηφικό και στην ΟΤΟΕ προεδροκρατούμενο. Τα συνήθη συνδικαλιστικά σχήματα της δεξιάς ήταν συγκροτημένα γύρω από συνδικαλιστικούς παράγοντες που διέθεταν προσωπικές ψήφους αντί κομματικών (π.χ. Στ. Παπαϊωάννου στην Ιονική, Ν. Μποζανίνος στην Εμπορική, Τ. Θεοφανόπουλος στην Εθνική κ.α.). Επίσης μια σειρά ανεξάρτητων συνδικαλιστών της ευρύτερης αριστεράς είχε αναδειχθεί μέσα από ψηφοδέλτια συνεργασίας σε ιδιωτικές τράπεζες ή ενιαία ψηφοδέλτια σε ξένες τράπεζες στις οποίες λόγω της σκληρής σύγκρουσης με την εργοδοσία δεν υπήρχε η «πολυτέλεια» των κομματικών ανταγωνισμών (π.χ. Αλ. Πουλαρίκας στην Πίστεως, Λ. Σλιώμη στην Bank of America κ.α.). Η προ της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία περίοδος σημαδεύτηκε από σκληρές συγκρούσεις μεταξύ των σχημάτων αυτών αλλά και αλλαγές συμμαχιών ανάλογα με το θέμα και την συγκυρία. Έτσι οι συμμαχίες με τους συνδικαλιστές της ΔΗΣΚ (ΠΑΣΚΕ) έσπασαν στη διάρκεια της μεγάλης σύγκρουσης για το ωράριο το καλοκαίρι του 1979, όταν αυτοί επέμειναν στην συνέχιση της απεργίας και τη συνεργασία με άλλους χώρους που βρίσκονταν σε απεργιακές κινητοποιήσεις (π.χ. οικοδόμοι, εργάτες της βιομηχανίας Πίτσος, κ.α.) και ένα μεγάλο κομμάτι της «παράνομης διαδήλωσης» της ΟΤΟΕ συγκρούστηκε με τις δυνάμεις καταστολής στις 9 Αυγούστου 1979 εκφράζοντας το αίτημα για αυτονομία του συνδικαλιστικού κινήματος και την αντίστασή του στις πρώτες προσπάθειες επιβολής ελαστικών σχέσεων εργασίας με το ελαστικό ωράριο. Από το σημείο αυτό άρχισε μια πορεία χωρίς επιστροφή αφού οι διαφορετικές στρατηγικές και τακτικές σηματοδοτούσαν και τις αντίστοιχες κομματικές γραμμές ενόψει των επικείμενων εκλογών του 1981.

Όπως προαναφέρθηκε, η απεργία των 42 ημερών του 1982 για το ενιαίο μισθολόγιο αποτέλεσε το «κρας-τεστ» για την αντοχή του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ αλλά και για την συνοχή της ΟΤΟΕ. Η απεργία έτυχε της αποδοχής και της ΠΑΣΚΕ τις πρώτες τρεις ημέρες μέχρι να ζητηθεί επιτακτικά από την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ η λήξη της με το αιτιολογικό ότι τα αιτήματα ικανοποιήθηκαν και η συνέχιση της απεργίας, πέραν του ότι δεν είχε νόημα, αποκτούσε πια χαρακτήρα υπονόμευσης της «κυβέρνησης της αλλαγής». Η κυβερνητική πίεση για λήξη της απεργίας δεν πέτυχε οπότε «επιστρατεύθηκε» η ΠΑΣΚΕ ώστε να εκδηλωθεί η «αγωνιστική απεργοσπασία», όπως χαρακτηρίστηκε από τον κλαδικό τύπο της εποχής. Σε επίπεδο συλλόγων εκδηλώθηκαν κρίσεις, όπως π.χ. στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας όπου η προσφυγή στη δικαιοσύνη εκ μέρους της ΠΑΣΚΕ για ανατροπή του εκλεγμένου προεδρείου του Δ.Σ. έγινε μεν δεκτή από το δικαστήριο αλλά δεν έγινε δεκτή από την πλειοψηφία του Δ.Σ. και επακολούθησαν θλιβερά έκτροπα στα γραφεία του Συλλόγου που ανακαταλήφθηκαν από τα μέλη της ΠΑΣΚΕ. Το σημαντικό στοιχείο στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν ότι άνοιξε ο δρόμος για την ουσιαστική διάσπαση της ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος σε ετεροκαθοριζόμενες κυβερνητικές και αντικυβερνητικές κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις. Η συνέχεια της πρώτης πράξης του δράματος της διάσπασης παίχτηκε στις εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων των εργαζομένων στις Ανώτατες Συνελεύσεις Κοινωνικού Ελέγχου των υπό κοινωνικοποίηση τραπεζών με βάση τον Ν. 1365/83, για την εφαρμογή του οποίου θα εκδίδονταν Προεδρικά Διατάγματα. Τα κομματικά ψηφοδέλτια χρησιμοποιήθηκαν και στην περίπτωση αυτή, απαξιώνοντας εκ των προτέρων την έννοια της συμμετοχής σε ένα ήδη υπονομευόμενο από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πολιτικό εγχείρημα, μιας και τα Προεδρικά Διατάγματα δεν εκδόθηκαν ποτέ, δικαιώνοντας τους σκεπτικιστές -κυρίως του αυτόνομου χώρου-που υποστήριζαν την άποψη ότι επρόκειτο για πολιτικό ελιγμό για τον αφοπλισμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων με την προώθηση μορφών απλής πολιτικής ενσωμάτωσης.

Η κρίση στη ΓΣΕΕ το 1985 άγγιξε, όπως τονίσαμε παραπάνω, σε μεγάλο βαθμό την ΟΤΟΕ. Τόσο στο επίπεδο των επιμέρους συλλόγων όσο και σε επίπεδο Ομοσπονδίας η διάσπαση των γραμμών της ΠΑΣΚΕ είχε ως αποτέλεσμα την ανασύνταξη των συνδικαλιστικών δυνάμεων και τη δημιουργία νέων μετωπικών σχημάτων με χαρακτηριστικά αυτονομίας. Ιδιαίτερα δε στο επίπεδο της ΟΤΟΕ όπου οι ανεξάρτητες και αυτόνομες δυνάμεις που προέρχονταν από τις ιδιωτικές τράπεζες (Πίστεως, Εργασίας, Πειραιώς) και την ΕΤΒΑ αλλά και τα σχήματα των Συσπειρώσεων από τις υπό δημόσιο έλεγχο τράπεζες (Εμπορική, Ελλάδος, Εθνική, Ιονική κ.α.) η σύγκρουση με τις κυβερνητικές και κομματικές δυνάμεις ήταν σφοδρή και εκδηλώθηκε ανοιχτά πια, όπως είδαμε με την επαναλαμβανόμενες απεργίες που έπαιρναν το χαρακτήρα απεργίας διαρκείας και την μαζική συμμετοχή της βάσης του συνδικαλιστικού κινήματος του κλάδου σε διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας.

Η πτώση του ΠΑΣΟΚ από την κυβερνητική εξουσία και η άνοδος στη θέση του τόσο της κυβέρνησης συνεργασίας της Ν.Δ. και του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου όσο και της Οικουμενική Κυβέρνησης με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ παρέλυσαν για μια ολόκληρη χρονιά το συνδικαλιστικό κίνημα και τα όργανά του ελλείψει αντιπολίτευσης. Η κομματικοποίηση είχε φτάσει στο απόγειο της. Οι μεμονωμένοι απεργιακοί αγώνες που ξεσπούν δεν έχουν ευτυχή κατάληξη. Στην Τράπεζα Πίστεως οι χιλιάδες απεργοί που έδιναν καθημερινές μάχες, κόντρα σε μια εργοδοσία αποφασισμένη να νικήσει και να επιβάλει τους δικούς της όρους ενόψει της έντασης του ενδοτραπεζικού ανταγωνισμού και της ευρωπαϊκής ενοποίησης, έμειναν μετέωροι καθώς οι κομματικοί συσχετισμοί σε ΓΣΕΕ και ΟΤΟΕ ήταν συντριπτικοί σε βάρος της ανάπτυξης αυτόνομων συνδικαλιστικών αγώνων. Ένα ακόμη ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης «αποικιοποίησης» της «κοινωνίας των πολιτών» από τα πολιτικά κόμματα ήταν η μη επανεκλογή του ανεξάρτητου συνδικαλιστή Δημήτρη Παφίλη στην θέση του εκπροσώπου των εργαζομένων στο Δ.Σ. της ΕΤΒΑ. Ας σημειωθεί ότι ο Δ. Παφίλης εκλεγόταν επί σειρά ετών Πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων (1977-1984) και εκπρόσωπός τους στο Δ.Σ. της τράπεζας (1983-1990), πρώτος και με πολύ υψηλά ποσοστά, παρ’ ότι η παράταξή του στις εκλογές για το Δ.Σ. του Συλλόγου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 ερχόταν στην τρίτη θέση μετά τη ΔΑΚΕ.

Η δεκαετία 1990-2000 βρίσκει το συνδικαλιστικό κίνημα απροετοίμαστο να αντεπεξέλθει στις νέες συνθήκες που προσδιορίζονται από την πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», την ένταση της αντεπίθεσης του κεφαλαίου που απειλεί με αφαιρέσεις κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, της επιδείνωσης της οικονομικής κρίσης, την κυβερνητική αλλαγή και τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις έχουν συμβάλει σε μια εικόνα συνεχούς απαξίωσης του συνδικαλιστικού κινήματος καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία, έχοντας μετατρέψει τα συνδικάτα σε κοινοβουλευτικού τύπου αρένες. Με τις εκλογές του Απριλίου 1990 και την ανάδειξη της Ν.Δ. σε αυτοδύναμη κυβέρνηση αντεστράφησαν οι ρόλοι καθώς η ΠΑΣΚΕ βρέθηκε στην θέση της αντιπολιτευόμενης παράταξης και η ΔΑΚΕ σ’ αυτή του υπερασπιστή της κυβερνητικής πολιτικής. Όμως, παρ’ όλα αυτά, κάτι δείχνει να αλλάζει. Ήδη από το 1987, στις αποφάσεις του 23ο συνεδρίου της ΓΣΕΕ, στο οποίο παρέστη μόνο η κυβερνητική ΠΑΣΚΕ, τονίζεται «η ανάγκη υπέρβασης των παραδοσιακών πρακτικών συγκεντρωτισμού και αυταρχισμού, που χαρακτήριζαν για χρόνια τη συνδικαλιστική εξουσία, μέσα από την τήρηση της αρχής της δημοκρατικής λειτουργίας στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.» Για να γίνει, όμως, αυτό, βασική προϋπόθεση είναι η «διαμόρφωση ενός μαζικού, αυτόνομου από τον κομματικό εναγκαλισμό και ταξικά πολιτικοποιημένου συνδικαλιστικού κινήματος, ικανού να ενεργοποιείται μέσα και έξω από τους θεσμούς». Αυτή η τάση θα εκδηλωθεί πιο φανερά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με την υπογραφή της πρώτης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας διετούς διαρκείας μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοτικών οργανώσεων, που από τη μια προκάλεσε εύλογες ανησυχίες περί εργασιακής ειρήνης σε μια περίοδο εντεινόμενης οικονομικής ύφεσης και από την άλλη προκάλεσε την οργή του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και ορισμένων συνδικαλιστικών στελεχών του που συνδέονταν πολιτικά μαζί του και διατέλεσαν μέλη της διορισμένης διοίκησης της ΓΣΕΕ το 1985.

Η κυβερνητική στρατηγική της ΝΔ δεν άφηνε πολλά περιθώρια στο συνδικαλιστικό κίνημα καθώς στην προσπάθεια να θωρακιστεί η πολιτική της από την ανάπτυξη των εργατικών συνδικαλιστικών αγώνων ψηφίστηκαν νόμοι που περιόριζαν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε αποδεκτά από κράτος και εργοδότες όρια και που ακύρωναν εργατικές κατακτήσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιορισμού των περιθωρίων κινήσεων των συνδικάτων ήταν η ψήφιση νόμου με τον οποίο προβλεπόταν επιβολή αυστηρών ποινών σε συνδικάτα που δεν θα συναινούσαν στην ύπαρξη του αναγκαίου «προσωπικού ασφαλείας» κατά τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης προέβλεπε και υλοποιούσε σταδιακά τις εξής πολιτικές: αποεθνικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, (αύξηση ορίων ηλικίας, αύξηση μηνιαίων εισφορών και μείωση δαπανών με μείωση συντάξεων και επιδομάτων), μέτρα αυστηρής εισοδηματικής λιτότητας(κατάργηση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής, αυξήσεις φόρων κλπ). Ταυτόχρονα προωθούσε την απορύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και την έγκριση για χρήση ολοένα και περισσότερων εποχιακώς ή μερικώς απασχολούμενων εργαζομένων. Αυτή η πολιτική προκάλεσε πολλά προβλήματα στις διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης, ειδικά στην ΟΤΟΕ, όταν το 1991 οι εργοδότες προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις με δικά τους αιτήματα που αφορούσαν την εισαγωγή του ευέλικτου ωραρίου εργασίας και της λειτουργίας των τραπεζών κατά τα απογεύματα και τα Σάββατα. Το 1993 προσήλθαν με αίτημα την ουσιαστική κατάργηση του «επιδόματος ισολογισμού» καθώς ζητούσαν να καταβάλλεται μόνο κατόπιν αποφάσεως των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων κάθε Τράπεζας και στο βαθμό που θα υπήρχαν κέρδη. Απαιτούσαν επίσης τη σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα, την εξάλειψη κάθε μορφής εξομοίωσης των υπαλλήλων των τραπεζών, την απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας και την αποφυγή θεσμοθέτησης του τριτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.

Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικο-οικονομικό πλαίσιο ήταν αδύνατη η συνέχιση της χρήσης παλαιότερων στρατηγικών και τακτικών για τις κομματικές συνδικαλιστικές αλλά και για τις αυτόνομες παρατάξεις. Δεν είχαν καταργηθεί οι πελατειακές σχέσεις που χρησιμοποιούσαν οι δύο μεγάλες κομματικές παρατάξεις για να ενισχύουν τις εκλογικές τους δυνάμεις αλλά δεν είχαν πλέον τόση ισχύ όσο στο παρελθόν. Παρ’ όλο που η «γραφειοκρατική πατρωνία» δεν καταργήθηκε ως πολιτική πρακτική, την οποία χρησιμοποίησαν κατά κόρον οι δύο μεγάλες συνδικαλιστικές παρατάξεις στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, στη δεκαετία του «εκσυγχρονισμού» που αποτέλεσε το νέο πολιτικό σχέδιο ενός σημαντικού μέρους της άρχουσας τάξης, και που υλοποιήθηκε ως ένα βαθμό από τις κυβερνήσεις Σημίτη-ΠΑΣΟΚ, κυρίαρχη ήταν η τάση για τον «κοινωνικό διάλογο» και την «συνδικαλιστική συναίνεση». Σημαντικές εξαιρέσεις αποτελούσαν οι περιπτώσεις όπου η ΠΑΣΚΕ συγκέντρωνε απόλυτη πλειοψηφία τόσο σε ψήφους όσο και σε έδρες ή οι δυνάμεις της ΔΑΚΕ και οι παραλλαγές της. Η Ιονική Τράπεζα για την ΠΑΣΚΕ και η Τράπεζα Πίστεως για τη ΔΑΚΕ και την μετεξέλιξή της σε Φιλ.Κι.-ΑΣΚΕ αποτελούσαν τα παραδοσιακά οχυρά τους. Βέβαια, αυτή η τάση δεν κυριάρχησε χωρίς αντιστάσεις τόσο από την πλευρά όσων βολεύονταν με το σύστημα της «γραφειοκρατικής πατρωνίας» όσο και από τα αριστερά, ριζοσπαστικά και τα αυτόνομα συνδικαλιστικά σχήματα που αντιδρούσαν γιατί θεωρούσαν ότι επρόκειτο για στρατηγική συστημικής ενσωμάτωσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό δείγμα της νέας εποχής της συναίνεσης αποτέλεσε η αλλαγή τακτικής της ΠΑΣΚΕ που σε πάμπολλες περιπτώσεις, ιδιαίτερα προς το τέλος της εξεταζομένης περιόδου, άλλαξε άρδην τις απόψεις της περί «δημοκρατικών» προεδρείων στα συνδικάτα και τις αντικατέστησε με τις απόψεις περί «αντιπροσωπευτικών» και «αναλογικών» προεδρείων. Καθώς οι δυνάμεις της αριστεράς, ειδικά της παραδοσιακής, εξασθενούσαν στα συνδικάτα, οι νέοι συνεταίροι της ΠΑΣΚΕ στα προεδρεία κινούνταν είτε στον αστερισμό της κεντροδεξιάς είτε στις παρυφές του ΠΑΣΟΚ -και ορισμένες φορές η συνεργασία ήταν αμφίπλευρη. Όμως, οι εξελίξεις στην περίοδο της πώλησης της Ιονικής Τράπεζας αλλά και οι κινητοποιήσεις για το Ασφαλιστικό τον Απρίλιο του 2001 έδειξαν, ότι παρά την πολιτική της συναίνεσης και του κοινωνικού εταιρισμού που επιβλήθηκε, οι εργαζόμενοι δεν είναι παθητικά όντα καθηλωμένα και συμφεροντολόγα –όπως τονίζεται εμμέσως από θεωρίες που προκρίνουν, ως απόλυτα και μονοπαραγοντικά ερμηνευτικά σχήματα τον κρατικό κορπορατισμό, τον λαϊκισμό, ή τις πελατειακές σχέσεις- αλλά μπορούν σε ορισμένες συγκυρίες να κινητοποιηθούν είτε προκαλώντας καθυστέρηση της εφαρμογής πολιτικών που αντίκεινται στα συμφέροντά τους (Ιονική) είτε ακόμη και να ανατρέψουν την πολιτική αυτή ή τουλάχιστον να αμβλύνουν τις αιχμές της (περίπτωση Ασφαλιστικού).

Παράλληλα με τις εξελίξεις αυτές, σημειώθηκε μια άλλη εξέλιξη διόλου ενθαρρυντική για το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος που τείνει να καθηλώσει για άλλη μια φορά το συνδικαλιστικό κίνημα σε αδιέξοδες καταστάσεις. Η ίδρυση του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου (ΠΑΜΕ) από τις δυνάμεις της ΕΣΑΚ κατά κύριο λόγο με τη συνεπικουρία των λιγοστών συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΔΗΚΚΙ, που βεβαίως δεν έχει επηρεάσει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των τραπεζών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προκαλεί καταστάσεις διάσπασης του συνδικαλιστικού κινήματος, στο μέτρο η παράταξη αυτή δείχνει να επιθυμεί να μετεξελιχθεί σε τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό φορέα.

VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σε ποιο θεωρητικό σχήμα, όμως, θα μπορούσαμε να εντάξουμε, εντέλει, την ελληνική περίπτωση, όπως την περιγράψαμε ως τώρα;

Η εκδοχή της «συμβίωσης» δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωσή μας καθότι, πράγματι, σε καμία χρονική περίοδο –τουλάχιστον σε καιρό ειρήνης και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας- τα κόμματα και οι ομάδες συμφερόντων και τα συνδικάτα, δεν είχαν ισότιμη και ισοδύναμη σχέση μεταξύ τους. Σε όλη δε τη διάρκεια της μεταπολίτευσης οι κομματικές οργανώσεις έλεγχαν μέσω των συνδικαλιστικών τους παρατάξεων το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ενώ σημαντικές αλλά σύντομες σε διάρκεια ήταν οι αποστασιοποιήσεις και οι εξεγέρσεις κατά της κομματικής κυριαρχίας στα συνδικάτα. Ο σοσιαλδημοκρατικός τύπος σχέσης κόμματος και συνδικάτου δεν κατέστη δυνατός στα ελληνικά ιστορικά δεδομένα καθώς οι ιδιαιτερότητες των συγκυριών και των δομικών κοινωνικών μορφών ήταν τέτοιες που οδηγούσαν τους εργαζόμενους στην αγκάλη των κομμάτων που τους ενσωμάτωναν αφαιρώντας τους την όποια δυναμική τους. Μεταξύ των παραγόντων που συνέβαλαν σ’ αυτή την ιστορική εξέλιξη ήταν: Ο πλήρης αποκλεισμός της Αριστεράς και των οργανώσεων όπου πλειοψηφούσε από τη ΓΣΕΕ, ενίοτε ο αποκλεισμός και του Κέντρου, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ως βασικό κριτήριο πρόσληψης στο Δημόσιο τομέα και τις επιχειρήσεις του, η κατασταλτική πολιτική ενάντια στην Αριστερά και τους οπαδούς της, η πληθώρα των μικρών επιχειρήσεων στις οποίες ο συνδικαλισμός ήταν από ανύπαρκτος έως απαγορευμένος, η κοινωνική “πολυσθένεια” και πολυαπασχόληση στο πλαίσιο των ελληνικών οικογενειών που έβρισκαν διεξόδους ασφαλείας και η μετανάστευση είχαν ως αποτέλεσμα την καχεξία και αναποτελεσματικότητα των συνδικαλιστικών κινημάτων των εργαζομένων και την προσφυγή των “μη προνομιούχων” κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων στα πολιτικά κόμματα που πολιτεύονταν με τα συνθήματα της “αλλαγής” για την ικανοποίηση των άμεσων οικονομικών και κοινωνικών αιτημάτων και αναγκών τους. Τα πολιτικά κόμματα από τη μεριά τους ανταποκρίθηκαν σ’ αυτή την κατάσταση εντάσσοντας με κάθετο τρόπο τις μάζες των πολιτικά και κοινωνικά αποκλεισμένων τάξεων και στρωμάτων στην πολιτική τους και, αργότερα, με το ΠΑΣΟΚ κυρίως, στο πολιτικό σύστημα. Έτσι η “κοινωνία των πολιτών”, μέρος της οποίας αποτελεί το συνδικαλιστικό κίνημα, ήταν με τη σειρά της ισχνή, διαπερατή από τη στρατηγική των κομμάτων και του κράτους, ανήμπορη να οικοδομήσει δικούς της αυτοδιοικούμενους και αυτοδιαχειριζόμενους θεσμούς και οργανώσεις. Βέβαια, κάθε ζωντανό, έστω και ισχνό, κοινωνικό σώμα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οικοδομεί στοιχειώδεις θεσμούς και οργανώσεις.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι, δεν μπορούμε να μιλάμε για συνδικαλισμό τύπου ομάδας πίεσης (εκδοχή ουδετερότητας), παρ’ όλο που αναπτύχθηκαν ορισμένες τέτοιες πρακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατεύθυνση που έδωσε η ΟΤΟΕ το 1993 προς τους συλλόγους-μέλη της να προτρέψουν κι αυτοί με τη σειρά τους τα μέλη τους –ειδικά αυτούς που θα ψήφιζαν το απερχόμενο από την κυβέρνηση κόμμα να καταψηφίσουν όσους βουλευτές/τίνες του είχαν εγκρίνει τα νομοσχέδια για τις ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου 1990-1993.

Οδηγούμαστε, έτσι, στο να θέσουμε ως πλαίσιο για την εξαγωγή των όποιων προσωρινών συμπερασμάτων μας τον συνδυασμό της εκδοχής της «κυριαρχίας» και του «ανταγωνιστικού» τύπου σχέσης μεταξύ κομμάτων και συνδικάτων. Αυτό σημαίνει ότι ενώ τα πολιτικά κόμματα κυριαρχούν στο συνδικαλιστικό κίνημα μέσω των συνδικαλιστικών παρατάξεων ελέγχοντας την στρατηγική και τις τακτικές του, επιλέγοντας με έμμεσο τρόπο τις ηγεσίες του και απορροφώντας τους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς εν τούτοις υπάρχουν πολλά περιθώρια για αυτόνομη παρέμβαση και ανεξάρτητη λειτουργία ακριβώς λόγω της ύπαρξης των ανταγωνιστικών δυνάμεων που ενυπάρχουν στο εσωτερικό του και που δεν έχουν εξελιχθεί σε ξεχωριστές συνομοσπονδίες αλά Γαλλικά και Ιταλικά. Η βολονταριστική λογική που επικρατεί σε μεγάλη μερίδα του αυτόνομου συνδικαλιστικού χώρου επιτρέπει, στο βαθμό του εφικτού πάντα, τόσο την ανάδειξη όσο και την δράση ανεξάρτητων συνδικαλιστών αλλά και αφήνει χώρο για την ανάπτυξη κοινωνικών κινητοποιήσεων που δεν είναι εύκολο να ελεγχθούν από το κομματικό και το παραταξιακό σύστημα. Τα παραδείγματα των εργοστασιακών σωματείων της δεκαετίες του ’70, οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών στα τέλη των δεκαετιών ’80 και ’90 και οι επανεμφανιζόμενες μακρόχρονες απεργίες των εργαζομένων στις τράπεζες δείχνουν ότι αυτός ο χώρος που μιλά στο όνομα του αυτόνομου συνδικαλισμού μπορεί, παρά τις αδυναμίες του και τις εμμονές του, να δίνει μάχες και να τις φέρνει σε πέρα.

. Παρά το ότι θα χρησιμοποιηθούν στοιχεία στατιστικής (εκλογικά αποτελέσματα, απεργιακή συμμετοχή κ.α.), η έμφαση θα δοθεί στην ποιοτική έρευνα καθώς αυτή θεωρείται ότι είναι «η κοινωνική επιστήμη όταν συναντά πρόσωπο-με-πρόσωπο τους ανθρώπους» που αποτελούν τους βασικούς κρίκους στο πλέγμα δομών και λειτουργιών των πολιτικών συστημάτων και θεσμών, όπως είναι το κομματικό σύστημα, τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα. Για το θέμα της ποιοτικής έρευνας και τα προβλήματα που τίθενται από την επαφή του ερευνητή με το ερευνητικό αντικείμενο, βλ. Λάζος Γρ., (1998), Το πρόβλημα της ποιοτικής έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες, Αθήνα, Εκδ. Παπαζήση, Κεφ.4. Μεθοδολογικός μονισμός ή μεθοδολογικός πλουραλισμός;Πριν εξετάσουμε το γενικό αυτό δίλημμα θα πρέπει να απαντήσουμε στα επιμέρους ερωτήματα που θέτει το θέμα της μελέτης μας. Υπάρχει, για παράδειγμα, το ερώτημα της επιλογής μεταξύ «ποσοτικής» και «ποιοτικής» μεθόδου.
Ας ξεκινήσουμε από την ποσοτική μέθοδο.
Τα θετικά της σημεία είναι:
α. Ο προσδιορισμός ενός πλαισίου αναφοράς βασικών παραδοχών για το σχηματισμό μιας θεωρητικής κατασκευής.
β. Η λειτουργική δυνατότητα να χρησιμοποιούμε μετρήσιμους όρους για να εντάσσουμε και να αναπαριστούμε στις έννοιες που αποτελούν την παραπάνω θεωρητική κατασκευή όλα τα γεγονότα που υποπίπτουν στην αντίληψή μας ως ερευνητών.
γ. Η χρήση στατιστικών μεθόδων και τεχνικών ανάλυσης των δεδομένων ώστε να μπορούμε να επαληθεύουμε ή να απορρίπτουμε τις παραπάνω υποθέσεις.
Τα αρνητικά σημεία της είναι:
α. Δεδομένων των δυσκολιών που θέτει το σημαντικό χρονικό εύρος της συγκεκριμένης ιστορικής κοινωνιολογικής έρευνας αλλά και των δυσχερειών που προκύπτουν εξαιτίας της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των κοινωνιών στη διάρκεια του συγκεκριμένου χρονικού εύρους της έρευνας είναι αδύνατη η κάλυψη μόνο με ποσοτικά μετρούμενα ερωτήματα σχετικά με αντιλήψεις, πεποιθήσεις και ερμηνείες.
β. Υπάρχει πάντα ο ανθρώπινος πειρασμός της διατύπωσης απαντήσεων από την πλευρά του ερευνητή που να εμπεριέχουν νομοτέλειες και υπερ-γενικεύσεις.
γ. Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη κίνδυνος: η απάντηση σε προκατασκευασμένα από τον ερευνητή ερωτήματα που να οδηγούν σε αυθαίρετα συμπεράσματα και αφαίρεση ερευνητικής ύλης.
Ποια είναι τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα της ποιοτικής έρευνας;
α. Δεν προκατασκευάζονται τα ερωτήματα και δεν εκμαιεύονται με σχετικά αυθαίρετο τρόπο απαντήσεις στο βαθμό που το πλαίσιο αναφοράς παραμένει πάντα ανοιχτό και εύπλαστο σε αναδιατυπώσεις και αναπροσαρμογές.
β. Αναδεικνύονται εξωτερικευόμενα τα νοήματα και οι σημασίες που δίνει το ίδιο το δρων άτομο ή η ίδια η δρώσα συλλογικότητα που ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος κατ’ αρχήν να καταγράψει ως περιγραφές της βιωμένης από τα άτομα πραγματικότητας και να εντοπίσει τις δικές τους εξηγήσεις και ερμηνείες.
Ως μειονεκτήματα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε:
α. Την δυσκολία της επίτευξης συνθηκών εργαστηριακής φύσης έρευνας που να μην επιτρέπουν την πλήρως αμφίδρομη επιρροή μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου έρευνας.
β. Η μεγάλη διάρκεια και ο διευρυμένος χώρος της συλλογής των ποιοτικών δεδομένων που ενδεχομένως να προκαλέσει προβλήματα σύνθεσης και ανάλυσης συμπερασμάτων.
Για όλα αυτά, βλ. Μακράκης Β. (1998) «Απομυθοποιώντας το μεθοδολογικό μονισμό» στο Παπαγεωργίου Γ. (επιμ.), Μέθοδοι στην κοινωνιολογική έρευνα. Αθήνα: Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, σσ 19-38
. Παρατίθεται το λήμμα ‘συνδικαλισμός’ από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Ματζέντα: «Η οργάνωση των εργαζόμενων σε σωματεία που ονομάζονται συνδικάτα ονομάστηκε συνδικαλισμός κι ο όρος αυτός έχει καθιερωθεί πια σε διεθνή κλίμακα. Βασικό γνώρισμα των εργαζόμενων πρέπει να είναι η παροχή εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα αν αυτή είναι χειρωνακτική ή πνευματική κι αν η αμοιβή ορίζεται για κάθε μήνα (μισθός) ή για κάθε ημέρα (ημερομίσθιο). Ο σκοπός της ίδρυσης του συνδικάτου πρέπει να αφορά την προστασία των οικονομικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών συμφερόντων των μελών τους. (Ημερομίσθια, μισθοί, όροι, ώρες και συνθήκες εργασίας, κοινωνική ασφάλιση, τεχνική εκπαίδευση, άδειες για ανάπαυση, ψυχαγωγία, δικαίωμα απεργίας, προστασία του δικαιώματος του συνδικαλισμού και των συνδικαλιστικών στελεχών κ.ά). Ο συνδικαλισμός των εργαζόμενων άρχισε πριν από το 18ο αιώνα στην Αγγλία που είναι η χώρα στην οποία γεννήθηκε ο συνδικαλισμός. Αναπτύχθηκε με διάφορες μορφές στην Αγγλία και από τις αρχές του 19ου αιώνα άρχισε ν’ αναπτύσσεται στη Γαλλία κι επεκτάθηκε βαθμιαία σ’ ολόκληρο το βιομηχανικά αναπτυγμένο κόσμο. Στην εποχή μας δε, αναπτύσσεται σοβαρά και στις λεγόμενες υπανάπτυκτες χώρες του τρίτου κόσμου. Σε κάθε χώρα υπάρχουν ενώσεις συνδικάτων σε ομοιοεπαγγελματική κλίμακα, καθώς και γενικές σε εθνική κλίμακα.»
. Για την τετράπτυχη και αμφίδρομη σχέση συστήματος πολιτικής αντιπροσώπευσης, κράτους, κοινωνικών κινημάτων και πολιτών, βλ. Jenkins C.J and B. Klandermans., 1995, “The Politics of Social Protest” στο Jenkins C.J and B Klandermans., The Politics of Social Protest: Comparative Perspectives on States and Social Movements, London, UCL Press, σσ 3-13
. Bλ. Παπαδημητρίου Γ. & Μ. Σπουρδαλάκης (επιμ.), 1994, Τα καταστατικά των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα-Κομοτηνή, Εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα, σ.11.
. Βλ. Offe Cl. (1996), «Δημοκρατική θεωρία και δημοκρατική πράξη» στο Λυριντζής Χ.-Νικολακόπουλος Η.-Σωτηρόπουλος Δ. (επιμ), Κοινωνία και πολιτική: Όψεις της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, σσ 45-57.
. Στην περίπτωση εντελώς στενά νοούμενου συμφέροντος σε μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας η ομάδα πίεσης αναφέρεται ως Lobby http://www.m-w.com/cgi-bin/dictionary?book=Dictionary&va=special+interest. Για την ιστορική εμφάνιση και μετεξέλιξη της έννοιας lobby βλ. επίσης Wooton Gr. (1970). Interest-groups, New Jersey: Prentice-Hall Inc., σσ 1-44. Η ταξινόμηση των ομάδων πίεσης σε διάφορες κατηγορίες γίνεται ανάλογα με τα διαφορετικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται κάθε φορά:.
α) Εκπροσώπηση συμφερόντων τμημάτων της κοινωνίας (εργατικό συνδικάτο, ένωση εργοδοτών, σύλλογος αγροτών κλπ) ή προώθηση συγκεκριμένων ειδικών σκοπών (προστασία περιβάλλοντος, πολιτικά δικαιώματα κλπ.).
β) Οικονομικές ή μη οικονομικές ομάδες πίεσης.
γ) Εσωτερικές (insider) ή εξωτερικές (outsider) ομάδες πίεσης. Οι πρώτες θεωρούνται αναγνωρισμένες και νομιμοποιημένες από την κυβέρνηση που τις συμβουλεύεται σε τακτή βάση. Οι δεύτερες είτε δεν επιθυμούν να εμπλακούν σε σχέση συμβούλου των κρατικών αξιωματούχων είτε δεν μπορούν να κερδίσουν κυβερνητική αναγνώριση και νομιμοποίηση.
δ) Κύριες ή δευτερεύουσες ομάδες πίεσης. Συνήθως αναφέρονται ως κύριες εκείνες οι ομάδες που ενδιαφέρονται για την αντιπροσώπευση των συμφερόντων ή των απόψεων των μελών τους (με μία έννοια αυτές που αναφέρονται άμεσα στην πολιτική) ενώ ως δευτερεύουσες θεωρούνται εκείνες που χαρακτηρίζονται κυρίως από την φροντίδα για παροχή υπηρεσιών στα μέλη τους και μόνο περιστασιακά εισέρχονται στο πολιτικό πεδίο Βλ. Grant W., (2000), Pressure Groups and British Politics, London, Macmillan Press Ltd, σσ 1-17.
. Βλ. Turner H. (επιμ.), 1955, Politics in the United States: Readings in Political Parties and Pressure Groups, σσ 73-75.
. Στο Η.Β. χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Valley Party και του Referendum Party. Το πρώτο ήταν ένα τοπικό κόμμα που προέκυψε όταν μετά από την απόφαση αλλαγής έδρας της ποδοσφαιρικής ομάδας Charlton σχηματίστηκε ψηφοδέλτιο με τον ομώνυμο τίτλο, το οποίο κατέβηκε στις τοπικές εκλογές για το Συμβούλιο της πόλης Greenwich και κέρδισε 14.838 ψήφους (10,9%) προβάλλοντας το αίτημα επιστροφής της ομάδας στην παλιά της έδρα. Στο εθνικό επίπεδο στις βουλευτικές εκλογές της 1/5/1997 το Referendum Party έκανε μια πολυδάπανη προεκλογική εκστρατεία με μοναδικό στόχο τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την μελλοντική θέση του Η.Β. στην Ε.Ε. και στέρησε ορισμένες έδρες από το Συντηρητικό Κόμμα. Για λεπτομέρειες, βλ. Everitt R., 1991, «Battle for the Valley», Voice of the Valley, London καθώς και Curtis J. and Steed M., 1997, “The Results Analyzed” στο D. Butler and D. Kavanagh, The British General Election of 1997, London, Macmillan. Βέβαια, θα χρειαστεί να αναφέρουμε ότι το πρότυπο ομάδας πίεσης που εξελίχθηκε σε πετυχημένο πολιτικό κόμμα, το οποίο πρωταγωνίστησε κατά τον 20ό αιώνα και συνεχίζει να κυβερνά το Η.Β., είναι το Εργατικό Κόμμα που προήλθε από τη μετεξέλιξη της Αντιπροσωπευτικής Εργατικής Επιτροπής το 1906.
. Υπάρχουν περιπτώσεις όπως αυτή των συνδικάτων στις ΗΠΑ που κινητοποιούνται για την υποστήριξη συγκεκριμένων υποψηφίων του Δημοκρατικού Κόμματος και για την καταψήφιση άλλων υποψηφίων είτε του ίδιου κόμματος είτε του Ρεπουμπλικανικού. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι επίσης αυτό των ομάδων για το περιβάλλον, για τα πολιτικά δικαιώματα, για τον πυρηνικό αφοπλισμό και την ειρήνη, που δρουν στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος στο Η.Β.
. Π.χ. πολιτική αστάθεια στην Ιταλία, ισχυρή και συγκεντρωτική δομή σταθερής κυβέρνησης στο Η.Β., πολλαπλότητα σημείων πρόσβασης στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ κ.ο.κ..
. Στο προεδρικό σύστημα της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας είχε ως αποτέλεσμα να βρεθούν – λόγω των πιο καλών προσβάσεών τους – σε πλεονεκτική θέση οι οργανώσεις των επιχειρηματικών τάξεων και των επαγγελματιών σε σχέση με τις εργατικές και τις αγροτικές οργανώσεις που είχαν καλύτερη πρόσβαση στη νομοθετική εξουσία. Βλ. Richardson J., (1993), “Introduction: Pressure Groups and Government”, Richardson J. (ed.) Pressure Groups, Oxford: Oxford University Press, σσ 1-18.
. Βλ. Κουκουλές, Γ. (1984). Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος: Εισαγωγή στην παιδαγωγική της ιστορικής έρευνας, Αθήνα, Εκδ. Οδυσσέας, σελ. 17. Βλ. επίσης και το λήμμα Νο. 704 στο Κραβαρίτου Γ., (1997). Λεξικό Εργασιακών Σχέσεων: Ελλάδα, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση και Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σελ. 269.
. Βλ. Garner R. (1996) Contemporary Movements and Ideologies, New York, McGraw-Hill Inc., σελ.43. Με μια διαφορετική διατύπωση ο Δ. Τσαούσης ορίζει ότι κοινωνικό κίνημα είναι «αιτήματα που προβάλλονται και προσπάθειες που καταβάλλονται από ευρύτερα κοινωνικά σύνολα, που επιδιώκουν την επίτευξη περιορισμένων ή ευρύτερων διαρθρωτικών μεταβολών στο υφιστάμενο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, χωρίς όμως η δράση τους να αποτελεί μόνιμες μορφές πολιτικής οργάνωσης και δράσης….. [Π]αλαιότερα, ο όρος κοινωνικό κίνημα ήταν ταυτόσημος με την επίλυση του ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ και το εργατικό κίνημα». Βλ. Τσαούσης Δ. (1989), Χρηστικό Λεξικό Κοινωνιολογίας, Αθήνα, εκδ. Gutenberg σελ. 150. Επίσης, σύμφωνα με μια άλλη διατύπωση, κοινωνικά κινήματα είναι ενώσεις προσώπων «που διατυπώνουν ουτοπιστικά και ηθικού χαρακτήρα αιτήματα αναφορικά με το πώς θα έπρεπε να είναι οργανωμένη η ανθρώπινη προσωπική ή ομαδική ζωή» και τα οποία «την εποχή της διατύπωσής τους, είναι περιθωριακά ή αποκλεισμένα από τις επικρατούσες τάσεις της κοινωνίας – δηλαδή, από τις κυρίαρχες στην εποχή τους κατασκευές αναφορικά με το τι είναι ρεαλιστικό, λογικό, και ηθικό». Βλ. Lofland J., (1996), Social Movement Organizations: Guide to Research on Insurgent Realities, N.Y., Walter de Gruyter Inc., σ.σ. 1-2.
. «Τα κοινωνικά κινήματα είναι ‘συλλογικά εγχειρήματα’ που αποσκοπούν στην καθιέρωση ενός νέου προτύπου ζωής. Η κινητήρια δύναμή τους πηγάζει από τη μια πλευρά από δυσαρέσκεια με την τρέχουσα μορφή ζωής και από την άλλη από τις επιθυμίες και ελπίδες για ένα νέο σχήμα ή τρόπο ζωής» Βλ. Blumer Η. (1969) Collective Behavior. στο Lee Μ.(ed.) Principles of Sociology σσ 65-121 New York: Barnes and Noble. (Αναφέρεται στο: Lofland J. (1996) ο.ε.π. , σελ. 13).
. Για την έννοια του ρεπερτορίου των διαθέσιμων μέσων συλλογικής δράσης, βλ. Tilly Ch. (1998), Popular Contention in Great Britain, 1758-1834. Harvard University Press και του ιδίου 1983, «Collective-Action Repertoires in Five French Provinces, 1789-1914» CRSO Working Paper Series, 1975-1984, September 1983. Βλ. επίσης Fox Piven Fr., (1999), «Μορφές εξουσίας και παγκοσμιοποίηση», στο Ρήγος Αλ. και Κ. Τσουκαλάς, Η πολιτική σήμερα: Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο και Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, 295-315. Βλ. επίσης Kaase M. and A.Marsh, (1979) “Political action repertory: changes over time and a new typology” στο Barnes S., M. Kaase et al, Political action: Mass participation in five western democracies, Beverly Hills, Sage σσ.137-166.
. Βλ. Morlino, L. (1998) Democracy between Consolidation and Crisis: Parties, Groups, and Citizens in Southern Europe. Oxford: Oxford University Press, σσ 37-43.
. Πολλές φορές, πρόκειται για τις περιπτώσεις συστημάτων κυρίαρχου κόμματος.
. Εδώ καθοριστική είναι η παρουσία στο εσωτερικό της ομάδας μηχανισμών στρατολόγησης και ανάδειξης υποψηφίων καθώς και οργανωτικής δραστηριότητας και λήψης αποφάσεων στους οποίους μηχανισμούς οι κομματικοί υποστηρικτές έχουν το «πάνω χέρι», δηλαδή διατηρούν την απόλυτη κυριαρχία υποτάσσοντας τα συμφέροντα της ομάδας σ’ αυτά του κόμματος. Βλ. Morlino, L. (ed.), 1991) Costruire la democrazia: Gruppi e partiti in Italia. Bologna: Il Mulino.
. Βλ. Κωνσταντοπούλου Χ., (1994), Για μια κοινωνιολογία της εργασίας, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Παρατηρητής, σ.σ. 155-160.
. Βλ. Valenzuela J. S. (1992). «Labour Movements and Political Systems.»in Marino Regini (ed.), The Future of Labour Movements. London: Sage σσ 53- 101.
. Απαντάται κυρίως στις Σκανδιναβικές χώρες (πλην Φινλανδίας), το Ηνωμένο Βασίλειο, τη μεταπολεμική ΟΔΓ, την Αυστρία, το Βέλγιο και την Ολλανδία.
. Απαντάται σήμερα στις ΗΠΑ, τον Καναδά, το Πουέρτο Ρίκο και την Κολομβία. Ήταν και η περίπτωση της Βρετανίας πριν από την ίδρυση από τα συνδικάτα του Εργατικού Κόμματος στα τέλη του περασμένου αιώνα.
. Απαντάται κυρίως στη Χιλή, τη Γαλλία και την Ιταλία και, σε ορισμένες ιστορικές περιόδους, στην Ουρουγουάη, την Ισπανία και την Πορτογαλία.
. Για μια σύντομη αναφορά στην Sud και το νέο τύπο συνδικαλισμού, βλ. Jones K. and Sh. Farzana. (2002).Teacher Trade Unionism in urban contexts: the global and the local. Ανακοίνωση στο συνέδριο της AARE Δεκ. 2002, Queensland University, Brisbane.
. Για τις COBAS, βλ Bedani G. (1996). Politics and Ideology in the Italian Workers’ Movement: Union Development and the Changing Role of the Catholic and Communist Subcultures in Postwar Italy. Providence, RI: Berg Publishers Ltd 280-290.
. Είναι οι περιπτώσεις της Αργεντινής κατά την πρώτη περίοδο κυριαρχίας του Περονισμού (1943-55), της Βραζιλίας ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και του Μεξικού ως σήμερα παρά την εντεινόμενη αμφισβήτησή του.
. Πρόκειται για την περίπτωση των αυταρχικών και ολοκληρωτικών καθεστώτων (φασιστικά, μονοκομματικά).
. Βλ. Κουκουλές, Γ. (1997) «Αναδρομή σ’ ένα αμφιλεγόμενο παρελθόν» στο Κασιμάτη, Κ. (επιμ.) Το Ελληνικό Συνδικαλιστικό Κίνημα στο Τέλος του 20ού Αιώνα. Αθήνα: Εκδ. Gutenberg, σσ 28-84.
. Συγκεκριμένα παραδείγματα: Η παράταξη “Teamsters for a Decent Contract” που δημιουργήθηκε το 1975 στο εσωτερικό του συνδικάτου των Οδηγών Φορτηγών Teamsters για την διεκδίκηση ικανοποιητικής συλλογικής σύμβασης εργασίας παρά κι ενάντια πολλές φορές στην ηγεσία του συνδικάτου που είχε αρχίσει να εξαρτιέται από τις οργανώσεις της Μαφίας. Η παράταξη αυτή ενώθηκε με την παράταξη UPSerge της μεγάλης ταχυδρομικής εταιρείας UPS και δημιουργήθηκε η παράταξη “Teamsters for a Democratic Union” με στόχο την ανατροπή της ηγεσίας, τον εκδημοκρατισμό του συνδικάτου και τη διεκδίκηση ικανοποιητικών συμβάσεων. Μετά από πολύχρονους αγώνες και τη συνεργασία πολλών αντίστοιχων παρατάξεων επιτεύχθηκε η αλλαγή ηγεσίας στην πανεθνική AFL-CIO με την παράταξη “New Dimensions”. Βλ. Συλλογικό, How the Reform Movement Has Changed Our Union (http://www.tdu.org/Education/Reform_History/reform_history.html)
. Κατά τη διάρκεια της ειρηνικής περιόδου 1993-1996, στην Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη με συνδικαλισμένο μόνο το 5% των εργατών, υπήρχε η γενική συνομοσπονδία PGFTU που επρόσκειτο στην παράταξη της Al Fatah του Yasser Arafat και η οποία με εντολή του τελευταίου διετάχθη να σταματήσει τη λειτουργία της λόγω της απόπειρα των άλλων κομματικών παρατάξεων (οι οποίες έλεγχαν ορισμένα περιφερειακά συνδικάτα) να καταλάβουν την ηγεσία της. Οι συνδικαλιστές ήταν διορισμένοι από τα πολιτικά κόμματα και συνήθως δεν είχαν σχέση με το επάγγελμα, εκαλούντο δε μόνο σε περιπτώσεις μεγάλης κρίσης να παρέμβουν και πολλές φορές οι κλήσεις γίνονταν από τους εργοδότες. Βλ Nissen S. (1996) “Anything but Workers in the Palestinian Trade Unions” in News from Within (http://www.hartford-hwp.com/archives/51/066.html)
. Για το ζήτημα της σωματειακής μορφής οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος, βλ. αναφορές σε: Παλαιολόγος Ν. (2002) «Από την παράδοση στην ανάγκη για μεταρρύθμιση: κριτικές σκέψεις πάνω στη δομή και την λειτουργία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος» στο Πετρινιώτη Ξ., Ρομπόλης Σ. κ.α. (επιμ.) (2002). Επετηρίδα Εργασίας 2002, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Παντείου σσ 283-295˙ του ιδίου, (1991) Συνδικάτα και Μισθωτοί Εργαζόμενοι: Το Πρόβλημα της Συγκρότησης και Εκπροσώπησης των Μισθωτών από τα Ελληνικά Συνδικάτα (πολυγραφημένη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο)˙ Mαυρογορδάτος Γ.Θ., (1988) Mεταξύ Πιτυοκάμπτη και Προκρούστη. Oι Eπαγγελματικές Oργανώσεις στη σημερινή Eλλάδα, Aθήνα: Εκδ. Oδυσσέας˙ Κουκουλές Γ. (1984). Ελληνικά συνδικάτα: Οικονομική αυτοδυναμία και εξάρτηση. 1938-1984. Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας ˙ Κουζής, Γ. (1997) «Η συμμετοχή των εργαζομένων στους φορείς χάραξης και άσκησης κοινωνικής πολιτικής» στο Κασιμάτη Κ. (επιμ.) Κέντρο Κοινωνικής Μορφολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής: Το Ελληνικό Συνδικαλιστικό Κίνημα στο Τέλος του 20ού αιώνα. Αθήνα: Εκδ. Gutenberg, σσ 117-154.
. Βλ. Κουκουλές Γ. (1995) Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι ξένες επεμβάσεις 1944-1948. Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας. Επίσης, βλ. Λιβιεράτος Δ. (1985) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα 1918-1923. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις˙ και του ιδίου: (1985) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα 1924-1927. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις˙ (1987) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα 1928-1931. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις˙ (1994) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα 1932-1936. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.
. Για λεπτομέρειες βλ. Κατσανέβας Θ. (1994) Το σύγχρονο συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Αθήνα: Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνης σσ 157-163.
.
Κόμμα Ψήφοι%
1977 Έδρες
1977 Ψήφοι%
1981 Έδρες
1981
ΠΑΣΟΚ 25.3 93 48.1 172
Νέα Δημοκρατία 41.9 171 35.9 115
Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου 12.0 16
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος 9.4 11 10.9 13
Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων (περιλαμβάνεται του Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας –εσωτερικού) 2.7 5
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας –εσωτερικού και όλα τα υπόλοιπα μικρά κόμματα 5,1 –
Άλλα μικρά κόμματα (κυρίως το Κόμμα των Νεοφιλελευθέρων) 1.9 2
Βλ. Close D. (2002) Greece since 1945, Harlow and London UK: Pearson Education Ltd, σελ. 299.

. Για ένα σύντομο χρονικό της περιόδου και των γεγονότων που οδήγησαν στην ανατροπή της συντηρητικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ, βλ. Κουκουλές Γ. και Β. Τζανετάκος (1986) Συνδικαλιστικό κίνημα 1981-1986: Η μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε. Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας σσ 91-93.
. Το κλειδί γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν ο όρος ότι για να πάρει μια παράταξη έδρα στη β΄ κατανομή των ψήφων έπρεπε να είχε εξασφαλίσει έδρα από την α΄ κατανομή και να έχει υπόλοιπο μεγαλύτερο του 1/3 του εκλογικού μέτρου.
. Βλ. Σακελαρρόπουλος Σπ. (2001) ο.ε.π. σσ 394-397.
. Εκλογές στην Εμπορική Τράπεζα
Παράταξη 1983 1985
ΠΑΣΚΕ 36.2 21.4
ΔΗΚΙ (ΝΔ) 35.3 36.0
ΣΣΕΚ (ΔΙΑΓΡ.ΠΑΣΟΚ) 23.0
Αυτόνομη Συνδικαλιστική Κίνηση (ανεξ.αριστερά, ριζοσπάστες, οικολόγοι και μέλη ΚΚΕεσωτ.) 4.2 3.5
ΕΣΑΚ 19.1 14.7
Ανανεωτική αριστερά-ΚΚΕ εσωτ. 1.0
Διαγρ. ΠΑΣΚΕ (Προσκείμενοι στη διοίκηση της Τράπεζας) 4.3
Άλλη δεξιά παράταξη 0.9
Εκλογές στην Εθνική Τράπεζα
Παράταξη 1982 1983 1985
ΠΑΣΚΕ 38.0 36.5 37.7
ΣΑΣΚ (Προσκείμενη στην ΝΔ και την προηγ. Διοίκηση ΓΣΕΕ) 30.1 18.9 19.4
Ενωτική (Ανανεωτική αριστερά και ανεξ. Οικολ. Αριστεροί) 11.9 12.6 12.6
ΕΣΑΚ 20.0 20.1 17.9
ΔΗΚΙ 10.8 11.5
Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία (Προσκείμενη στην Ένωση Μαρξιστών Σοσιαλιστών-διαγρ. ΠΑΣΟΚ) 0.8 0.9
Εκλογές στην Τράπεζα της Ελλάδος
Παράταξη 1983a 1983b 1985
ΠΑΣΚΕ 25.8 38.0 32.8
ΔΑΚΕ 16.3 25.3 26.6
ΣΔΕ(ΚΚΕεσωτ., ανεξάρτητοι αριστεροί, οικολόγοι) 8.9 7.4 9.4
ΕΣΑΚ 15.2 14.3 13.9
ΑΣΠΕ (ανεξ. Θ. Παπαμάργαρης) 28.0 15.0 17.3
Ριζοσπάστες (εξωκ. Αριστερά) 5.8
Εκλογές στην Ιονική Τράπεζα
Παράταξη 1983 1985
ΠΑΣΚΕ 44.6 45.7
ΔΗΚΙ 38.4 34.7
Ανανεωτική (ΕΣΑΚ) 13.4 12.0
Πρωτοβουλία (αναν. και εξωκ. Αριστερά, αυτόνομοι και διαγρ. ΠΑΣΟΚ) 1.4 3.0
Συνδικαλιστική Πορεία (ανεξ.) 2.2 4.6

. Η Δημοκρατική Συνεργασία, παράταξη Παπαγεωργίου – Καρακίτσου, που έλεγχε με διάφορα, τυπικά και άτυπα, μέσα τη ΓΣΕΕ πριν από την έκπτωσή της με δικαστική απόφαση τον Ιανουάριο του 1982, δεν μετείχε πλέον στα συνέδρια της ΓΣΕΕ. Η Δ.Σ. μετονομάστηκε σε Ανεξάρτητη Δημοκρατική Συνδικαλιστική Κίνηση (ΑΔΗΣΚ) και έπαιξε το χαρτί της “ανεξαρτησίας” από την επίσημη ΝΔ (επί ηγεσίας Ευ. Αβέρωφ), η οποία στήριξε τη Δημοκρατική Ανανεωτική Συνδικαλιστική Παράταξη (ΔΑΣΠ) που περιλάμβανε και χουντικούς “συνδικαλιστές”. Η ΔΑΣΠ διαφωνούσε με τη γραμμή της ΑΔΗΣΚ, για αποχή από τα συνέδρια και τις εκλογές για την ανάδειξη οργάνων της ΓΣΕΕ και του ΕΚΑ, και συμμετείχε στους επιμέρους συλλόγους με δικά της ψηφοδέλτια. Μετά την αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ και την εκλογή του Κ. Μητσοτάκη συγκροτήθηκαν οι Δημοκρατικές Ριζοσπαστικές Κινήσεις Συνδικαλιστών (ΔΗΡΚΙΣ) ως αντίπαλο σχήμα της ΑΔΗΣΚ. Οι βουλευτικές εκλογές του 1985 και οι εξελίξεις στη ΓΣΕΕ έθεσαν τέρμα στη διαμάχη: η ΑΔΗΣΚ ξέκοψε οριστικά από τη ΝΔ και φυλλορρόησε, οι ΔΗΡΚΙΣ πέρασαν στο κόμμα της Δημοκρατικής Ανανέωσης (ΔΗΑΝΑ) του Κ. Στεφανόπουλου και οι Δημοκρατικές Κινήσεις (ΔΗΚΙ) που είχαν στο μεταξύ συγκροτηθεί στους επιμέρους συλλόγους αποτέλεσαν πλέον την επίσημη συνδικαλιστική παράταξη της ΝΔ, έχοντας στο ενεργητικό τους την εντυπωσιακή εκλογική τους απήχηση όπου εμφανίζονταν σε συνδικαλιστικές εκλογές. Οι συνδικαλιστές των ΔΗΚΙ είχαν πολυσυλλεκτική τακτική – τουλάχιστον όσον αφορά τους ψηφοφόρους – και εμφανίζονταν ως υπέρμαχοι του εργατικού ελέγχου – απέκρουαν την κατηγορία ότι ήταν οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού και την ανταπέδιδαν κυρίως στους συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ μετά τη διάσπαση της ΓΣΕΕ. Κατάφεραν έτσι να διεισδύσουν εκλογικά στους ψηφοφόρους των συνδικαλιστικών παρατάξεων της Αριστεράς. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Συλλόγου της Εμπορικής Τράπεζας όπου μετά τη συνταξιοδότηση βασικών στελεχών της ΕΣΑΚ ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων της στράφηκε προς τη ΔΗΚΙ. Μετά το 1986 οι ΔΗΚΙ εμφανίστηκαν με το νέο όνομα της ΔΑΚΕ και αποτελούσαν πλέον τη μοναδική ουσιαστικά συνδικαλιστική παράταξη της ΝΔ και συνολικά του χώρου της Δεξιάς. Σύμφωνα με τον πρώην Γενικό Γραμματέα της ΟΤΟΕ και επικεφαλής της ΔΑΚΕ τραπεζών δημοσίου τομέα, η κατάσταση στο χώρο της Εμπορικής Τράπεζας όσον αφορά τη δεξιά παράταξη ήταν δύσκολη στην πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης λόγω της έλλειψης στρατηγικής και τακτικής ευελιξίας όσων μέχρι τότε εξέφραζαν το συντηρητικό χώρο (Ν. Μποζανίνος και Σταύρος Παπαϊωάννου από τη μια και διάφοροι παράγοντες από την άλλη π.χ. Ν. Ζορμπάς που υποτίθεται ότι εξέφραζε επίσημα τη ΝΔ).
. Σύμφωνα με τον Μανόλη Βασιλάκη (πρώην μέλος του ΠΑΣΟΚ στην Ιονική Τράπεζα και σήμερα μέλος της Κ.Ε. του υπό διάλυση ΔΗΚΚΙ) από τον οποίο πήρα συνέντευξη, η απεργοσπαστική δράση της ΠΑΣΚΕ εξέφραζε «το φόβο των ηγεσιών του πολιτικού κόμματος όσο και της ΠΑΣΚΕ για ενδεχόμενη απώλεια ελέγχου της δυναμικής των συνδικάτων και την αγωνία τους για τη διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας στις πολύ δύσκολες συνθήκες της περιόδου εκείνης. Από τη μεριά του, ο Δημήτρης Τσεγγενές (μέλος της ηγεσίας της ΠΑΣΚΕ στην Εμπορική Τράπεζα και στην ΟΤΟΕ) τόνισε, σε συνέντευξή του για τις ανάγκες της παρούσης, ότι «το άρθρο 4 δεν εφαρμόστηκε τελικά ποτέ λόγω της αντίδρασης της πλειοψηφίας των συνδικαλιστών είτε της ΠΑΣΚΕ είτε άλλων παρατάξεων σε αντίθεση με την ηγεσία της ΠΑΣΚΕ που το είχε αποδεχτεί πολιτικά).
. Βλ. Τσακίρης Θ. (2003) «Κράτος-κόμμα-συνδικάτα: Μεταξύ ενσωμάτωσης και αμφισβήτησης» Ανακοίνωση στο 9ο Επιστημονικό Συνέδριο «Κοινωνική Αλλαγή στη Σύγχρονη Ελλάδα 1980-2001)» του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.
.
Κόμμα Ψήφοι%
1985 Έδρες
1985
ΠΑΣΟΚ 45.8 161
Νέα Δημοκρατία 40.9 126
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος 9.9 12
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (εσωτερικού) 1.8 1
Άλλα μικρά κόμματα 1.6 –
Βλ. Close D., (2002) Greece since 1945, Harlow and London UK: Pearson Education Ltd, σελ 300

. Μάχη «μεταξύ των δυνάμεων του φωτός και του σκότους» σύμφωνα με τον τότε Υπουργό Εσωτερικών Μένιο Κουτσόγιωργα.
. Για μια κριτική της νέας οικονομικής πολιτικής του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ βλ. Ιωακείμογλου Η. & Γ. Μηλιός. (1986). «Κρίση και λιτότητα: Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου.» Θέσεις, Νο. 14. Ιαν-Μαρ. (http://www.theseis.gr)
. Για την υπεράσπιση του κυβερνητικού προγράμματος μέτρων σταθεροποίησης βλ. Σημίτης Κ. (1989) Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης. Αθήνα: Εκδ. Γνώση. Ο συγγραφέας αναφέρει τους στόχους του διετούς προγράμματος και τονίζει του λόγους επιβολής του καθώς και τα αποτελέσματα της. Στο ίδιο βιβλίο οι Γ. Σπράος, Τ. Θωμόπουλος και Ν. Γκαργκάνας αναλύουν τα προγράμματα σταθεροποίησης που εφάρμοσαν σοσιαλιστικές κυβερνήσεις σε χώρες όπως η Ισπανία, η Γιουγκοσλαβία και η Ιταλία.
. Βλ. παραπάνω σημ. 37 για αποτελέσματα.
.
Παράταξη 1985 1986
ΠΑΣΚΕ 37.7 33.3
ΔΑΚΕ 19.4 24.1
Ενωτική (ΚΚΕ εσωτ.) 12.6 10.7
ΕΣΑΚ 17.9 19.6
ΔΗΣΚ (διαγρ. ΠΑΣΟΚ νυν ΣΣΕΚ) 2.7
ΔΑΚΕ 2 11.5 3.7
ΣΕΑΜ (διαγρ. ΚΚΕ) 1.4
Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία (ΕΜΑΣ) 0.9
Λοιποί 4.5

. Σύμφωνα με τον τότε Πρόεδρο του Συλλόγου και νυν μέλος της ηγετικής ομάδας του ΔΗΚΚΙ Γιάννη Μαρκάκη εκτιμήθηκε ότι η εκ των ένδον κριτική ήταν πιο εποικοδομητική λόγω του ότι μπορούσαν να κινούνται πιο ευέλικτα. Στην ουσία, όπως θα φανεί αργότερα, η συνδιοίκηση της τράπεζας από την ΠΑΣΚΕ πρόσφερε περισσότερα οφέλη από μια ενδεχόμενη διάσπαση και διαγραφή διαφωνούντων. Γι’ αυτό τονίζει ότι «όλες οι διαμαρτυρίες των διαφωνούντων σχετικά με την πολιτική του ΠΑΣΟΚ στην Ιονική Τράπεζα λήφθηκαν υπόψη». Κατά τη γνώμη συνδικαλιστών άλλων παρατάξεων (Γ. Παυλόπουλος και Δ. Καρέλλας από την αυτόνομη «Πρωτοβουλία Εργαζομένων» και Σωτήρης Σιώκος «Αγωνιστική Συνεργασία» που πρόσκειται στον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» η συγκολλητική ουσία που συγκρατούσε όσους διαφωνούσαν στα πλαίσια της παράταξης ήταν η ρουσφετολογική προώθηση των μελών της ΠΑΣΚΕ στο μηχανισμό της Τράπεζας. Μια άποψη από τα μέσα προσφέρει ο Μ. Βασιλάκης: «Είχε συγκροτηθεί ένας παράλληλος μηχανισμός, όπως και σε κάθε τράπεζα, παράλληλος ως προς τη διοίκηση, αποτελούμενος από εκκολαπτόμενους συνδικαλιστές, που ταυτόχρονα, αναλάμβαναν την οργάνωση των παρατάξεων της ΠΑΣΚΕ σε κάθε χώρο εργασίας. Πετυχαίνοντας να ελέγξουν τον διοικητικό μηχανισμό της τράπεζας και λειτουργώντας στη βάση της συναλλαγής, κατάφεραν να επικρατήσουν.»
. Μετά τη διάσπαση του ευρωκομμουνιστικού «ΚΚΕ εσωτερικού», η παράταξη ΑΕΜ διαλύθηκε. Η πλειοψηφία των μελών της –ειδικά στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφέλειας- συγκρότησε νέες παρατάξεις από κοινού με μέλη της εξωκοινοβουλευτικής, οικολογικής και ριζοσπαστικής αριστεράς. Μια μικρή ομάδα προσχώρησε στην Ελληνική Αριστερά (Ε.ΑΡ.) που ίδρυσε η λεγόμενη εκσυγχρονιστική μη-κομμουνιστική πτέρυγα του ΚΚΕ (εσωτερικού). Στο χώρο των τραπεζών, μόνο στην Εθνική Τράπεζα είχε μια σημαντική παρουσία με την Ενωτική Κίνηση (Χ. Δεληβοριάς), ενώ αλλού συνεργάστηκαν σε προσωπικό επίπεδο με την ΠΑΣΚΕ. Το 1988 συνεργάστηκαν με την Ενιαία Συνδικαλιστική Κίνηση (ΕΣΚ-ΚΚΕ) για τη συγκρότηση της παράταξης «Αγωνιστική Συνεργασία» σε επίπεδο ΟΤΟΕ στα πλαίσια του ενιαίου τότε «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου». Όταν το 1991 ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» διασπάστηκε εκ νέου σε ΣΥΝ και ΚΚΕ ακολούθησε ένα διάστημα συνεργασίας στους επιμέρους συλλόγους μέχρις ότου διασπαστούν και οι κοινές παρατάξεις μετά το 1983. Π.χ. στην Εμπορική Τράπεζα δημιουργήθηκε η Ενιαία Αγωνιστική Συσπείρωση από τα στελέχη του ΣΥΝ και της ΑΚΟΑ (Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά), των Οικολόγων-Εναλλακτικών και από ανεξάρτητους καθώς και μέλη της Συσπείρωσης Εργαζομένων (η συνεργασία με τη ΣΣΕΚ είχε σταματήσει καθώς η πλειοψηφία της προσχώρησε εν τω μεταξύ στο ΠΑΣΟΚ και την ΠΑΣΚΕ). Τα στελέχη του ΚΚΕ συνεργάστηκαν με πρώην μέλη της ΑΣΚ και της Συσπείρωσης καθώς και μέλη του Νέου Αριστερού Ρεύματος (βλ. παρακάτω). Η ΕΣΑΚ με τη σειρά της είχε ήδη γνωρίσει και άλλες τοπικές ή κλαδικές διασπάσεις το 1986 και το 1989. Το 1986 η ΕΣΑΚ Πάτρας κατέβηκε στο συνέδριο του ΕΚ Πάτρας με δύο ψηφοδέλτια. Με μία ψήφο διαφορά πλειοψήφησαν οι διαφωνούντες που είχαν συγκροτήσει την παράταξη του Συνδικαλιστικού Αντιιμπεριαλιστικού Εργατικού Μετώπου (ΣΕΑΜ) και έστειλαν αντιπρόσωπο στο 23ο συνέδριο της ΓΣΕΕ από το οποίο απείχε τελικά όλη η συνδικαλιστική αντιπολίτευση. Το 1989 διαφωνώντας με τη δημιουργία του “Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου” και τη συγκρότηση της κυβέρνησης Τζαννετάκη (ΝΔ-ΣΥΝ) αποχώρησαν ή διαγράφηκαν από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ πολλές χιλιάδες μέλη και στελέχη που αργότερα δημιούργησαν το “Νέο Αριστερό Ρεύμα” (ΝΑΡ). Τα συνδικαλιστικά στελέχη του ΝΑΡ έχοντας διδαχθεί, απ’ όσο φάνηκε, από την αρνητική πείρα του παρελθόντος δεν δημιούργησαν δική τους στενά κομματική παράταξη αλλά συνεργάστηκαν σε επιμέρους συλλόγους, ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα με δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και ανεξάρτητους συνδικαλιστές (χαρακτηριστικότερα τα παραδείγματα στις τράπεζες, στους καθηγητές δημόσιας μέσης εκπαίδευσης, ΕΚ Ιωαννίνων κλπ.). Μια ιδιαίτερη συμβολή των συνδικαλιστών αυτών ήταν η επιτυχημένη απόπειρα δημιουργίας νέων συλλόγων και σωματείων σε ανοργάνωτους κλάδους του ιδιωτικού τομέα (π.χ. Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου).
. Το ασφαλιστικό ως πρόβλημα ανάγεται στην ύπαρξη πολλών ασφαλιστικών φορέων στον κλάδο ως αποτέλεσμα της έλλειψης συνεπούς κρατικής κοινωνικής πολιτικής από τη μια και των προσπαθειών των συλλόγων εργαζομένων κάθε τράπεζας να κατοχυρώσουν ο καθένας χωριστά τη δική του ασφαλιστική κάλυψη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 1998 υπήρχαν α) Κύριας Σύνταξης: πέντε (5) ταμεία β) Επικουρικής Σύνταξης: εννέα (9) ταμεία και ένας (1) κλάδος γ) Υγείας: τέσσερα (4) ταμεία και τρείς (3) κλάδοι δ) Προνοίας – ΕΦΑΠΑΞ: τρία (3) ταμεία και πέντε (5) κλάδοι ε) Αποκατάστασης Παιδιών: δύο (2) ταμεία και τέσσερεις (4) κλάδοι στ) Επίσης, σημειώνεται ότι οι τραπεζοϋπάλληλοι που δεν υπάγονται στα παραπάνω, κατά ασφαλιστική κάλυψη και Τράπεζα, Ταμεία ή κλάδους αυτών (α-ε) των προαναφερομένων τραπεζών ή των λοιπών Ελληνικών καθώς και όλων των ξένων Τραπεζών, ασφαλίζονται στους Γενικούς Φορείς ΙΚΑ (για κύρια σύνταξη και υγεία) και ΙΚΑ-ΤΕΑΜ (για Επικουρική Σύνταξη) ή στα αντίστοιχα με την ιδιότητά τους Ειδικά Κλαδικά Ταμεία (Δικηγόρων, Γιατρών, Μηχανικών κ.λπ.) Ειδικότερα, σημειώνεται ότι, βάσει στοιχείων της 31/12/94, από το σύνολο των 54.762 εργαζομένων σε όλες τις Τράπεζες, οι ασφαλισμένοι σε δικά τους ταμεία Κύριας Σύνταξης (α) ανέρχονται σε 24.273 εργαζόμενους και σε 15.135 συνταξιούχους (σχέση 1, 6:1), ενώ οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ ανέρχονται σε 30.489 εργαζόμενους και σε 5.655 συνταξιούχους (σχέση 5,39 : 1). ζ) Τέλος, επισημαίνεται ότι, πέρα των παραπάνω, (α-στ) υποχρεωτικών και μη, ασφαλιστικών καλύψεων, στο ασφαλιστικό σύστημα και των τραπεζοϋπαλλήλων λειτουργούν συμπληρωματικά, κατά Τράπεζα, διάφορες πρόσθετες, προαιρετικές καλύψεις (Σύνταξης, Υγείας, Πρόνοιας – ΕΦΑΠΑΞ, Αποκατάστασης Παιδιών, Ζωής, Θανάτου, Ατυχήματος, Ασθενείας Συμβατικών μη Κερδοσκοπικών Ειδικών Λογαριασμών ή Συμβολαίων Ασφαλιστικών Εταιρειών κ.λπ.). Για όλα αυτά βλ. Ο.Τ.Ο.Ε. Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας: Δομή, ρόλος και παρέμβαση στον τραπεζικό κλάδο στην Ελλάδα. (http://www.ine.otoe.gr/ekdoseis/Domigr/domi_8.htm).
. Σύμφωνα με το Άρθρο 14 της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ΟΤΟΕ-Τραπεζών 1984. «[Ο]ι τράπεζες, όπως έκαναν και στο παρελθόν, θα απορροφούν και στο μέλλον τους απολυόμενους υπαλλήλους από τις ξένες τράπεζες όταν οι απολύσεις γίνονται εξ αιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα. Θα προηγείται, όπου απαιτείται, κυβερνητική έγκριση.» Βλ. Καστορίνης Χρ. (επιμ.) (2003). 1974-2003: 30 χρόνια συλλογικών διαπραγματεύσεων στον κλάδο. Αθήνα: Έκδοση εφημερίδας ‘Τραπεζικός Αγών’, σελ. 60.
. Σύμφωνα με το Άρθρο 29 παρ. 2 Ν. 1346/83 : «Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες που αναφέρονται σε αυτή, η από 4.8.82 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ‘περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών’, που υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία με την αριθμ. 18617/82 του ίδιου Υπουργού δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αριθ. 601 τεύχος Β΄ της 19.8.92. Ανάλογη διάταξη, που πρότεινε η ΟΤΟΕ, συμπεριλήφθη στο άρθρο 56 Ν. 2223/1994. Ακόμη με πρωτοβουλία της ΟΤΟΕ ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων, διάταξη, που προσδίδει την ικανότητα για σύναψη Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας από την πλευρά των Τραπεζών, σε μεμονωμένους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 70% των εργαζομένων στον κλάδο.» Βλ. Φιλιππόπουλος Ν. (2003) «Η επέκταση της ισχύος των κλαδικών συμβάσεων Ο.Τ.Ο.Ε. – Τραπεζών με την κήρυξή τους ως υποχρεωτικών για όλους τους εργαζόμενους και εργοδότες (τράπεζες κλπ)», στο Καστορίνης Χρ. (2003) ο.ε.π. σσ 13-17.
. Σύμφωνα με τον Γ. Κουκουλέ «ο τραπεζικός υπάλληλος ‘είχε κάτι να χάσει στις συγκρούσεις’ σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους που προσπαθούσαν να εξομοιωθούν εργασιακά με αυτόν»˙ βλ. ομιλία του στην εκδήλωση της ΟΤΟΕ για τα 45 χρόνια από την ίδρυσή της τον Ιανουάριο 2000 (απομαγνητοφωνημένα πρακτικά και Τσακίρης Θ. «Σε τι χρησιμεύει τελικά η Ιστορία; Ανταπόκριση από την εκδήλωση για τα 45χρονα της ΟΤΟΕ» εφ. Εποχή, 16/1/2000).
. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ομοσπονδία είχε εντελώς ξεφτιλιστεί στα μάτια των εργαζομένων. Ακόμη και μέσα στη δικτατορία, οι ίδιοι οι προσκείμενοι στη χούντα συνδικαλιστές απείλησαν να κινητοποιήσουν τον κλάδο στην περίπτωση που ο «υπουργός» εκδήλωσε την πρόθεση της «κυβέρνησης» να συγχωνεύσει όλα τα ασφαλιστικά ταμεία των τραπεζικών υπαλλήλων στο υποβαθμισμένο ΙΚΑ. Βλ. Σακελλαρόπουλος Σπ. (2001) Η Ελλάδα στη Μεταπολίτευση: Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988 Αθήνα: Εκδ. Λιβάνη σσ 22-35. Για τις δομή των πολιτικών ευκαιριών και τα κοινωνικά κινήματα σε φάσεις «φιλελευθεροποιημένου αυταρχισμού» βλ. Pickvance Ch, (1999), “Democratisation and the decline of social movements: the effects of regime change on collective action in Eastern Europe, Southern Europe and Latin America”, Sociology. Vol: 33, Issue 2 σσ 353-372.
. Όπως τόνισε ο Χ. Παπαμάργαρης (βλ. Τσακίρης Θ., Εποχή, ο.ε.π.): «Οι όποιες προσπάθειες εκ μέρους των κυβερνήσεων μετά το 1974 για εκ των άνω βίαιο εκσυγχρονισμό του τραπεζικού συστήματος αποτύγχαναν γιατί η ‘βάση’ των τραπεζοϋπαλλήλων δεν το επέτρεπε.» Είπε χαρακτηριστικά ο Χ. Παπαμάργαρης ότι «η βάση οδηγούσε και η ηγεσία ακολουθούσε, οι ηγεσίες αφουγκράζονταν τη βάση». Παράδειγμα αυτής της σχέσης, ήταν η ομόφωνη απόφαση της 2 Ιουλίου 1979 κατά της εφαρμογής του ελαστικού και διαφοροποιημένου ωραρίου προσέλευσης των εργαζομένων στις τράπεζες, που νόμιζε ο τότε Υπουργός Συντονισμού Κ. Μητσοτάκης ότι θα μπορούσε αναίμακτα να επιβάλει. Προσέκρουσε όμως στη γρανιτένια ενότητα της βάσης. Ακόμη και αν η απόφαση του Γ.Σ. της ΟΤΟΕ ήταν υπέρ του ωραρίου θα άλλαζε την επομένη ημέρα λόγω της παρέμβασης των εργαζομένων που ήταν ήδη ενημερωμένοι, χωρίς να υπάρχουν τα σημερινά ΜΜΕ, και βρέθηκαν από τα ξημερώματα έξω από τις πόρτες των τραπεζών περιφρουρώντας την απεργία.»
. Η Ιωάννα Ζερβάκη (πρώην Πρόεδρος της ΟΤΟΕ που παραιτήθηκε μετά την 3η ημέρα της απεργίας) «αφού αναφέρθηκε εν συντομία στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας της στην τράπεζα και στο συνδικαλισμό, στάθηκε, όπως ήταν λογικό, στα χρόνια που διετέλεσε μέλος του προεδρείου του Ε.Σ. και πρόεδρος της ΟΤΟΕ. Ξεκίνησε με αναφορά στον αιφνιδιαστικό τρόπο με τον οποίο της ανακοινώθηκε ότι θα έμπαινε επικεφαλής του ψηφοδελτίου στο χώρο της Εθνικής και στο ότι επιβλήθηκε τελικά στην ΟΤΟΕ λόγω του έντονου «οργανωτικού» χαρακτήρα της. Η ομιλήτρια τόνισε ότι ήταν δύσκολη η πορεία της ως της πρώτης Ελληνίδας στην ιστορία που αναδεικνυόταν πρόεδρος της μεγαλύτερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Όμως, παρ’ όλα τα προβλήματα, σημείωσε, υπήρχαν πολλές καλές στιγμές συνεργασίας με τα υπόλοιπα μέλη του Ε.Σ. Οι δοκιμασίες των δικών με βάση τον ν.3239 ξεπεράστηκαν με την αγωνιστική συνεργασία όλων. Το πρόβλημα ήταν στην απεργία των 42 ημερών για το ενιαίο μισθολόγιο και στην απεργία για το άρθρο 4 του νόμου 1365/83. Εκεί διαπίστωσε μια σκληρή πραγματικότητα: συναγωνιστές συνάδελφοί της δεν απεργούσαν και είχαν την άποψη περί συνδιοίκησης των τραπεζών την οποία ήταν τόσο δύσκολο για το σ.κ. στη φάση εκείνη να αντιπαλέψει.» Βλ. Τσακίρης Θ. Εποχή ο.ε.π.
. Βλ. Μητρόπουλος Α. (1991) Νεο-φιλελευθερισμός & υποβάθμιση της εργασίας. Αθήνα: Εκδ. Αφοί Τολίδη, σσ 83-96.
. Για τις απεργίες της εποχής και το ρόλο των Συσπειρώσεων, βλ. Τσακίρης Θ. (1988) «Οι Συσπειρώσεις στο χώρο των τραπεζών» στο Σε φόντο κόκκινο. Τεύχ.2. Για περισσότερες λεπτομέρειες και για την κριτική από στελέχη του αυτόνομου χώρου (καθώς και από τον γράφοντα την παρούσα ανακοίνωση), βλ. το editorial και άλλα άρθρα του 5ου τεύχους της Άλλης Άποψης στις τράπεζες, Φθινόπωρο 1988.
. Βλ. Τσακίρης Θ. (2003) ο.ε.π.
Για το θέμα της «αποικιοποίησης» της κοινωνίας πολιτών από τα πολιτικά κόμματα βλ. Μουζέλης Ν. και Γ. Παγουλάτος (2003) «Κοινωνία πολιτών και ιδιότητα του πολίτη στη μεταπολεμική Ελλάδα» Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης. Τεύχ. 22, Δεκέμβριος. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι από τη σκοπιά της συστημικής ενσωμάτωσης, το πλέον ευδιάκριτο χαρακτηριστικό που υπονόμευε την κοινωνία πολιτών κατά την προδικτατορική περίοδο ήταν ο διάχυτος αποικισμός των περισσότερων θεσμικών σφαιρών από το κράτος και το κομματικό σύστημα. Κατά τους ίδιους, στη μεταδικτατορική περίοδο, από τη σκοπιά της συστημικής ενσωμάτωσης σημειώνεται μείωση των παλαιών ανισορροπιών και εμφάνιση νέων. Ενώ ο αποικισμός των διαφόρων σφαιρών της κοινωνίας πολιτών από το κράτος και το κομματικό σύστημα μειώνεται, ο αποικισμός από την ιδιωτική οικονομία βρίσκεται σε άνοδο.
. Σε μακροσκελή συνέντευξή του στην εφημερίδα Τραπεζικό Βήμα (φ. 189, Μάρτιος 1990) τονίζει ότι αυτό γινόταν «γιατί οι συνάδελφοι και της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ αποπαγιδεύονταν από τον κομματισμό τους και έκφραζαν την προτίμησή τους σε μας από εμπιστοσύνη και εκτίμηση στις σωστές παρεμβάσεις μας (…) Αυτή τη φορά οι αρχαιρεσίες έγιναν δύο μήνες προ των βουλευτικών εκλογών και μετά άλλες δύο εκλογικές αναμετρήσεις που όξυναν τον κομματικό φανατισμό και περιόρισαν τη δυνατότητα λογικής και ελεύθερης συνδικαλιστικής προτίμησης.» Στην ερώτηση του συντάκτη γιατί, παρά το γεγονός ότι θεωρεί θετική τη συγκρότηση του τότε ενιαίου «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», επιμένει να πολιτεύεται συνδικαλιστικά στην τράπεζα και στην ΟΤΟΕ με τα αυτόνομα συνδικαλιστικά σχήματα, ο Δ. Παφίλης απάντησε. «Από τη στιγμή που επιλέγω να είμαι συνδικαλιστής εν ενεργεία θεωρώ ασυμβίβαστη την όποια κομματική ένταξη. Η ένταξη σ’ οποιοδήποτε κομματικό σχηματισμό ακόμα και της Αριστεράς που κατά τεκμήριο έχει ή οφείλει να έχει πάντα φιλεργατικές θέσεις γεννά την ανάγκη πειθάρχησης στις αποφάσεις του που δεν είναι κατ’ ανάγκη σύμφωνες με τη στρατηγική, τη διεκδικητική τακτική και γενικά τις αποφάσεις του Συνδικαλιστικού Κινήματος. Πιστεύω απόλυτα στην ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ του Συνδικαλιστικού Κινήματος από εργοδοσία, κυβέρνηση, κόμματα, γιατί μόνο μ’ αυτή τα συνδικάτα θα βάλουν γνήσια δικούς τους στόχους και θα συσπειρώσουν όλους τους εργαζόμενους στη διεκδίκησή τους αδιαφόρως κομματικού χρώματος. Ο κομματισμός οδηγεί στη διάσπαση και τις δυσμενείς αλυσσιδωτές επιπτώσεις που αυτή προκαλεί όπως έλλειψη καθολικής ή σοβαρής συμμετοχής στους αγώνες, γι’ αυτό αδράνεια, γι’ αυτό άσκηση συνδικαλισμού κομματικών σκοπιμοτήτων και γι’ αυτό ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ.»
. Βλ. αποσπάσματα από πρακτικά συνεδρίων της ΓΣΕΕ που παρατίθενται στο Μοσχονάς Α. (2003) Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αθήνα: Εκδ. Τυπωθήτω-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ σσ 144-153.
. Για τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε το συνδικαλιστικό κίνημα σ’ αυτή τη φάση λόγω των κατευθύνσεων που έδινε η νέα ΕΓΣΣΕ, βλ. Μητρόπουλος Α. (1991) ο.ε.π., σσ 159-166. Εκ των ένδον κριτική άσκησε ο Γ. Ραυτόπουλος (πρ. Πρόεδρος ΓΣΕΕ ελέω της δικαστικής παρέμβασης το 1985) σε βιβλίο του, βλ. Ραυτόπουλος Γ. (1999) Αύριο, μια αλληλέγγυα κοινωνία. Αθήνα: Εκδ. Νέα Σύνορα.
. Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη νομοθεσία της περιόδου της διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δ., βλ. Μητρόπουλος Α. (1991) ο.ε.π. σσ 117-144 και 209-222.
. Οι πελατειακές σχέσεις μετασχηματίστηκαν επί ΠΑΣΟΚ από ατομική σχέση μεταξύ βουλευτή-πάτρωνα και ψηφοφόρου πελάτη επί παραδοσιακών δεξιών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της προδικτατορικής και της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου σε μια συλλογική διαχείριση σχέσεων κομματικής οργάνωσης με ψηφοφόρους. Αυτή η πρακτική αποδόθηκε με τον όρο «γραφειοκρατική πατρωνία» (“bureaucratic clientelism”) για να τονιστεί ο κομματικά οργανωμένος χαρακτήρας της. Για το θέμα της «γραφειοκρατικής πατρωνίας», βλ. Lyrintzis Chr. (1984) “Political Parties in Post-Junta Greece: A Case of ‘Bureaucratic Clientelism’” in Pridham G. (ed.) The New Mediterranean Democracies. London: Frank Cass. Τόσο η ΠΑΣΚΕ της δεκαετίας του ’80 όσο και η ΔΑΚΕ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έκαναν υπερβολική χρήση της πρακτικής αυτής με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα της εξέλιξης υπαλλήλων που διέθεταν τα κατάλληλα προσόντα αλλά δεν ανήκαν στη εκάστοτε κυβερνώσα παράταξη. Είναι χαρακτηριστικός αυτός ο τρόπος λειτουργίας (“machine politics”) των παρατάξεων στην Εθνική Τράπεζα όπου στις αρχαιρεσίες του Συλλόγου Υπαλλήλων τα ψηφοδέλτια –ιδίως των δύο μεγάλων, ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ- φιλοξενούσαν γύρω στα 1.500 άτομα για 25 θέσεις στο Δ.Σ. και τις ανάλογες θέσεις σε συνέδρια ΟΤΟΕ και ΕΚΑ θυμίζοντας «εφημερίδες τοίχου» σε μέγεθος. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Mavrogordatos G. (1997) “From Traditional Clientelism to Machine Politics: the Impact of PASOK Populism in Greece.” South European Society & Politics, Vol. 3 Νο.2 σσ 1-26. Για μια ανανεωτική της θεωρίας των πελατειακών σχέσεων κριτική, βλ. Papadopoulos Y. (1997) “Transformations of Party Clientelism in Southern Europe in a Phase of Democratic Consolidation” Swiss Political Science Review Vo. 3 No. 2 σσ 1-9 (σημαντική είναι η επισήμανση του Y. Papadopoulos ότι οι πελατειακές σχέσεις ήταν ίδιον και του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα), καθώς και για μια κριτική του υπερβολικά πρωταρχικού ρόλου που τους αποδίδονται Tsakiris A. (2003) “The Janus-faced Political Intervention of Greek Socialists (PASOK) in the Trade-unions in the 1990s: the case of PASKE in OTOE” 1st LSE PhD Symposium on Social Science Research on Greece, Hellenic Observatory, European Institute, LSE London, June 21, 2003 (http://www.lse.ac.uk/collections/hellenicObservatory/pdf/symposiumPapersonline/tsakiris%20LSE%20paper.pdf)
. Βλ. Mavrogordatos G. (1997) ο.ε.π. και Τσακίρης Θ. (2003) ο.ε.π.
. «Το ΠΑΜΕ αποτελεί χώρο ταξικής συσπείρωσης συνδικάτων, συνδικαλιστών, συντονιστικών επιτροπών, επιτροπών αγώνα που παλεύουν συντονισμένα, πανελλαδικά με όρους μαζικού κινήματος.
Απέκτησε υπόσταση αλλά και γιατί αποτελείται από μαζικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα, δεκάδες Πρωτοβάθμια Σωματεία, συνδικαλιστές που ανήκουν στο ΚΚΕ, στο ΔΗΚΚΙ, στην Κομμουνιστική Ανανέωση, και άλλα ανένταχτα στελέχη. Να συμβάλλουμε ώστε το ΠΑΜΕ να αναδειχτεί και να καταξιωθεί στη συνείδηση των εργαζομένων ως ο κύριος πόλος συσπείρωσης και έκφρασης των συμφερόντων τους, των αγώνων τους στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και γενικότερα στο λαϊκό κίνημα από κοινού με τα άλλα λαϊκά στρώματα. Να αναδειχτεί ως ο πραγματικός φορέας που εκφράζει τα συμφέροντα των εργατοϋπαλλήλων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ως ο φορέας που μπορεί να συντονίσει την πάλη τους και να παίξει σοβαρό ρόλο στην ανάπτυξη κοινωνικών συμμαχιών με τα άλλα λαϊκά στρώματα.
Να συμβάλλουμε ώστε να αναπτύσσει αυτοτελή δράση για την οργάνωση του αγώνα των εργατοϋπαλλήλων.» Παράλληλα διατηρείται η ΕΣΑΚ και επέρχονται οργανωτικές αλλαγές: «Αφετηριακό σημείο των αλλαγών που προωθούνται είναι η ανάληψη της πλήρους καθοδηγητικής ευθύνης από τα καθοδηγητικά όργανα και τις κομματικές οργανώσεις, για την ιδεολογική – πολιτική και μαζική πάλη. Οι αλλαγές στην ΕΣΑΚ αφορούν στα εξής ζητήματα: Να συγκροτηθεί ένα γραφείο σε κεντρικό επίπεδο που θα συμβάλλει κυρίως στην παρακολούθηση των αρχαιρεσιών και των συνεδρίων των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, στην προσπάθεια για την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης, σε παρεμβάσεις για ζητήματα που αφορούν την εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα. Να μην υπάρχει η καθετοποιημένη δομή. Δηλαδή, να καταργηθεί η Εκτελεστική Επιτροπή και τα ενδιάμεσα όργανα, οι τοπικές επιτροπές και οι γραμματείες στους χώρους Κοινής Ωφέλειας και Τραπεζών. Στο επίπεδο των πρωτοβάθμιων σωματείων, κλάδων και χώρων δουλιάς, να παραμείνουν οι κλαδικές ομάδες και παρατάξεις της ΕΣΑΚ σαν χώρος συσπείρωσης και προετοιμασίας των φίλων του Κόμματος, ώστε από κοινού με τις κομματικές δυνάμεις να κινητοποιούνται οργανωμένα σε ενιαία κατεύθυνση για τα προβλήματα των εργαζομένων, να δίνουν τη μάχη ενάντια στις δυνάμεις του συμβιβασμού και να συμβάλλουν στην προσπάθεια για τη διεύρυνση της ταξικής συσπείρωσης, την ισχυροποίηση του ΠΑΜΕ και την ανάπτυξη των αγώνων του. Την καθοδηγητική ευθύνη των κλαδικών ομάδων και παρατάξεων της ΕΣΑΚ την έχουν οι αντίστοιχες Κομματικές Οργανώσεις.» (σημ. Θ.Τ.: η υπογράμμιση δική μου).
http://www.rizospastis.gr/app/rizos/suvdiaskepsn_gia_tnv_ergatikn_ta3n/apofasn_workers.html

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s